Γράφει η Έρη Βαγουρδή |

«ΝΑ πατάς στις πατημασιές, όχι στο απάτητο! Να μην παίζεις, θα βραχούν τα πόδια σου! πρόσεχε μη γλιστρήσεις…..»
Οι συμβουλές της μαμάς!
Συμβουλές έδινε μέχρι και την τελευταία της ανάσα, στην κυριολεξία! Γιατί πολύ απλά, ακόμη και τότε, ήταν η Μαμά μας.

Πόσων χρόνων να ΄μαι τώρα άραγε; 8…9…10;
Πάντως, η αλήθεια είναι, πως έχει πολύ χιόνι! Να κλείσουν τα σχολεία; Ούτε λόγος! Ούτε καν σκέψη τότε!

Κουκουλωμένη, με κασκόλ, σκούφο, γάντια, με τη μάλλινη ζιβάγκο μπλούζα να ερεθίζει μαρτυρικά τον λαιμό μου και το επίσης μάλλινο καλσόν να τσιμπάει βασανιστικά τα αδύνατα, παιδικά μου μπούτια, ξεκινάω!

Πατημασιά – πατημασιά, όπως μου είπε η μαμά, με τις ατίθασες από τη χιονοθύελλα νιφάδες να μπαίνουν στα μάτια μου και να θολώνουν το βλέμμα μου. Κι η σάκα, βαριά! Φταίει η σάκα; Φταίω εγώ, που είμαι τόσο αδύνατη; Δεν ξέρω!

Έτσι, θολά, διακρίνω στην άλλη άκρη της πλατείας τον κυρ – Γιάννη. Κρεμάει στο σχοινί τις πρωινές εφημερίδες και μπαίνει βιαστικός στο περίπτερο, να ζεσταθεί. Όπου να΄ναι θα΄ρθει και η γυναίκα του, η Πετρούλα!… Θεός σχωρέστη κι αυτή!

Τα παγκάκια, με τα κόκκινα, σκασμένα από την πολυκαιρία μαδέρια, είναι θαμμένα κάτω από το χιόνι. Ίσα που ξεχωρίζω το σχήμα τους. Όπως και οι κοκκαλιάρες, γυμνές τριανταφυλλιές.

Μόνο ο «Παππούς», στέκεται αγέρωχος επάνω στην κολώνα του. Δε πα να χιονίζει, δε πα να θερίζει ο βοριάς, να παγώνει το χιόνι επάνω στο πηλίκιο! Εκεί αυτός, με το βλέμμα προσηλωμένο μακριά, ατενίζει το μέλλον που παρέδωσε!

Αυτοκίνητα… ούτε ένα! Όλοι με τα πόδια. Μικροί – μεγάλοι στα σχηματισμένα, από τους πιο πρωινούς διαβάτες, κάτασπρα μονοπάτια περπατάμε. Τα περισσότερα μαγαζιά, ακόμα κλειστά. Και το φωτογραφείο στη γωνία «Φώτο – Κρόνος» δεν έχει ανοίξει! Με τέτοιο καιρό!!!

Γρήγορα φτάνω στη γέφυρα. Τα πορτοκαλί φώτα της, αν και πρωί, ακόμα λάμπουν, μάλλον ξεχασμένα. Εν τω μεταξύ, έχω ανταμώσει με τη Δήμητρα – το απόγευμα πρέπει να πάω στον μπαμπά της, τον κ. Στέργιο, ν΄αγοράσω χόρτο χειροτεχνίας – και λίγο πιο κάτω, να και η Φανούλα. Και οι τρεις με μάγουλα μουδιασμένα, κατακόκκινα, και μύτες να «τρέχουν» απ΄το κρύο. Ευτυχώς που η μαμά φρόντισε, εκτός από τις συμβουλές της, να μου δώσει και ένα καθαρό μαντηλάκι. Έχει και κέντημα!

Νιώθω κιόλας την παγωνιά! Σαν σκληρό κατακτητή! Προσπαθεί να επιβληθεί αδίστακτα στο κορμάκι των λιγοστών χρόνων μου! Ισχυρός αυτός, χειμωνιάτικα ντυμένη, κατά όπως πρέπει εγώ… και πάλι! Η μάχη κρίνεται άνιση! Ο «εχθρός» μου υπερέχει!

Πόσες εικόνες και πόσες σκέψεις προλαβαίνεις να δεις και να κάνεις, σε τρία λεπτά δρόμο!
Ευτυχώς που φτάσαμε!

Περνάμε την μεγάλη σιδερένια αυλόπορτα, ανάμεσα από τα δύο σχολεία, αφού η μικρή , από τη μεριά του Πρώτου, είναι συνήθως κλειστή. Αργότερα, στο διάλειμμα, θα ξανά ΄ρθω εδώ, να πάρω κουλουράκι, απ΄ τον πλανόδιο κουλουρτζή! Πρόσφατα συγχωρέθηκε κι αυτός!

H φθαρμένη ξύλινη εξώπορτα του παλιού κτηρίου είναι ανοιχτή, όπως και η πόρτα του Γραφείου, μέσα, στο βάθος δεξιά. Κλεφτά ρίχνω το βλέμμα μου. Κανείς! Παρά ένα αναμμένο τσιγάρο σιγοκαίει!

Κατά έναν περίεργο τρόπο ξέρω πως είναι του κυρίου Γιώργου. Όπως ξέρω πως δε θα το καπνίσει! Έτσι, μόνο του θα σωθεί, αργά – αργά. Και μόνο του θα πέσει το αποτσίγαρο μέσα στη γυάλινη σταχτοθήκη!

Οι μυρωδιές, ανάκατες! Από το παλιό ξύλινο πάτωμα, που ήδη, εδώ και καιρό φιλοξενεί το σαράκι του, τις πυρακτωμένες ξυλόσομπες, που άθελά τους αφήνουν κάπου-κάπου λίγη κάπνα να δραπετεύει απ΄τα πορτάκια που χάσκουν, και την λαδομπογιά που χρησιμοποίησαν για το φρεκάρισμα του σχολείου, λίγο πριν ανοίξει! Ακόμα μυρίζει!

Έξω από την αίθουσα του νηπιαγωγείου, γνώριμες φωνές ακούγονται! Της κυρίας Θάλειας και της κυρίας Αρετής! Αγαπημένες, γλυκές δασκάλες! Λίγο πιο «μαλακή» η μία, λίγο πιο αυστηρή – όσο πρέπει – η άλλη, ξέρουν πολύ καλά πώς να διατηρούν την ισορροπία μέσα στην τάξη και να μας αφήνουν τις πιο τρυφερές αναμνήσεις!

Ανεβαίνουμε τρέχοντας τις φαρδιές σκάλες, με τη χοντρή κουπαστή.

Η τάξη γεμάτη! Νομίζω πως είμαστε όλοι! Ο Στέφανος, η Άννα, ο Γιάννης… δεν άνοιξε το μαγαζί; ο άλλος Γιάννης… συνταξιούχος πια, να και ο τρίτος… δάσκαλος έγινε, ο Ηλίας, η Μαριλένα… χωρίς τα 6-7 παιδιά της ενώ η Κατερίνα έφερε και τα εγγονάκια της μαζί, ο Στήβεν, ο Δημήτρης, o Nεκτάριος… χθες βράδυ είχε βάρδια στο νοσοκομείο, η Έλσα, ο Ιορδάνης… όχι, σήμερα δε θέλω να μαλώσουμε, δεν είμαστε πια παιδιά, η Σάσα… άφησε τον γιο της, για λίγο, με τον μπαμπά του στη Θεσσαλονίκη, ο Ιάκωβος…!!! πόσο άσχημα επέλεξε (άραγε;) να περπατήσει τη ζωή του, η Φανή απ΄το χωριό… έχει κι αυτή εγγόνια, η Δήμητρα… πήρε άδεια απ΄το σχολείο που δουλεύει, η Φανούλα… έφυγε η κόρη της για μεταπτυχιακό, κι η άλλη Κατερίνα, η Ελένη… χρόνια τώρα έχει ανθοπωλείο, ο παπα – Αναστάσης… αύριο πρωί – πρωί θα πάει στην Εκκλησία…! Όλοι!

Tο απόγευμα θα μαζευτούμε πάλι. Κοντεύουν τα Χριστούγεννα, θα κάνουμε για τη γιορτή χειροτεχνίες, με χαρτί γκοφρέ, νερομπογιές, θα δουλέψουμε το φελιζόλ. Το πυρακτωμένο μαχαίρι θα βυθίζεται μέσα του και θ΄αναδίδει αυτή τη μυρωδιά! Νομίζω έχει ποτίσει τα σωθικά μου!

Θα καθίσουμε κοντά στα παράθυρα, να χαζεύουμε το χιόνι και τα παιχνίδια που κάνει με τον παγωμένο αέρα και θα τραγουδάμε χριστουγεννιάτικα τραγούδια! Οι φωνές μας, περίτεχνα θα πλέξουν άκουσμα γλυκό! Θα υψωθεί στον ουρανό, στ΄αστέρια! Εκεί, ψηλά είναι ο δάσκαλός μας. Από εκεί μας χαζεύει. Από εκεί, ίσως κάποιες φορές και να θέλει να μας επιπλήξει. Εκεί γελάει με τ΄αστεία μας, συμπάσχει στις λύπες μας, χορεύει στις χαρές μας! Κι είναι πολύ χορευταράς ο κύριος Γιώργος.

Ο «δικός μας» Δάσκαλος!
Πόσες εικόνες, πόση νοσταλγία….!
Χτυπά το κουδούνι…
………………..

Ξημέρωσε… κι απόψε, ήμουν πάλι «εκεί» !!!
Η σκέψη μου, η καρδιά μου, γι΄άλλη μια φορά, πέταξαν στον χρόνο! Μέχρι το παλιό μας σχολείο! Το Πρώτο Δημοτικό! Και πέταξαν τόσο μπερδεμένες στο μακρινό χθες και στο σήμερα! Στο κιτρινισμένο παρελθόν και στο παρόν! Πόσο ανακατωμένες ήρθαν οι θύμησες!

Είμαι σίγουρη! Θα βρεθώ… θα ξαναβρεθούμε, στα παλιά, μαθητικά μας λημέρια! Κι ας μην υπάρχουν στην πραγματικότητα! Κι ας έχουμε σκορπίσει οι συμμαθητές!

Θα με ταξιδέψει πάλι ο γιος της Νύχτας, ο Ύπνος, με τους γιους του, Όνειρους!

Είμαι σίγουρη!!!

Ένα δάκρυ σκουπίζω…! Είναι για σένα Δάσκαλε!!!

Διαβάστε επίσης