Γράφει η Έρη Βαγουρδή |

Μετανάστης στην Αμερική έφυγε ο παππούς Βαγουρδής, είκοσι χρονών παλικαράκι.
Μέχρι που η αγάπη για την Πατρίδα, και η συνείδησή του, του «επέβαλλαν» να επιστρέψει, το 1912, με την έκρηξη του Βαλκανικού πολέμου και να καταταγεί εθελοντικά στο στράτευμα. Ακολούθησε το Μακεδονικό Μέτωπο και η εκστρατεία της Μ.Ασίας.

Με το τέλος αυτών των πολέμων, αρχίζει και ο αγώνας της επιβίωσης. Όχι πάλι στην ξενιτιά. Αποφασίζει να κάνει το νέο ξεκίνημα στη χώρα του.
Έχοντας φέρει κάποιες οικονομίες από την Αμερική, αγοράζει μετοχές του Αθηναϊκού πρακτορείου.

Η Αρχή

Του παππού του προτείνουν να αναλάβει το πρακτορείο Θεσσαλονίκης. Η δολοφονία όμως του προηγούμενου ενδιαφερόμενου, στα σκαλιά, έξω από τα γραφεία, ήταν το δυσάρεστο και συγχρόνως επικίνδυνο γεγονός που τον έκανε να αρνηθεί. Προτίμησε να έρθει προς τη Δυτική Μακεδονία, έχοντας στο μυαλό του και την Κορυτσά εξαιτίας του έντονου Ελληνικού στοιχείου.

Εμπορικό πνεύμα, καθώς ήταν, και μετά από ένα επαγγελματικό πέρασμα από Θεσσαλονίκη και Βέροια, έρχεται στη Φλώρινα. Εδώ με την γυναίκα του, τη γιαγιά Αγγελική – από Άνω Καρυές Αρκαδίας και οι δυο -, ανοίγουν το σπιτικό τους καθώς επίσης το βιβλιοπωλείο και Πρακτορείο το 1921.

Ο στόχος της Κορυτσάς επιτυγχάνεται και πηγαίνει, ως εκπρόσωπος πράκτορας ο Χρήστος Κοτζιάς. Όταν το εκεί πρακτορείο κλείνει, ο Κοτζιάς επιστρέφει και διορίζεται υπεύθυνος του Μονοπωλείου Άλατος, Σπίρτων και Πετρέλαιου.

Πληροφορίες από την περίοδο αυτή, δυστυχώς, δεν υπάρχουν πολλές. Ο πατέρας μου γεννημένος το 1937, μου μεταφέρει ό,τι και ο ίδιος κυρίως, έχει ακούσει. Είναι το μικρότερο παιδί, από τα οκτώ της οικογένειας, οπότε και μου διηγείται περισσότερο από τα χρόνια της εφηβείας του και μετά.

Από τις πρώτες Αθηναϊκές εφημερίδες που κυκλοφόρησαν ήταν «Ακρόπολις», «Καθημερινή», «Βήμα», «Έθνος», ενώ της Θεσσαλονίκης, «Ελληνικός Βορράς», «Νέα Αλήθεια», «Μακεδονία», «Φως», και όχι, δεν ήταν η αθλητική, αν σε κάποιους νεώτερους δημιουργηθεί η ίδια απορία με μένα. Από το σύνολο των εντύπων, το 30% ήταν εφημερίδες και το 70% περιοδικά όπως, «Θησαυρός», «Μπουκέτο», «Ντομινό», «Βεντέτα», «Ρομάντσο», «Επίκαιρα»?.

Η Διανομή

Εφημερίδες, αρχικά, στέλνουν στο Αρμενοχώρι, στη Βεύη και στον Λαιμό Πρεσπών.
Στην πόλη κυκλοφορούν με τους πλανόδιους εφημεριδοπώλες. Ο Γιάννης Ηλιάδης, γνωστός ως Γιάννος, ο Ανέστης Ψαρόπουλος και οι αδελφοί Κοκκινίδη, είναι τα ονόματα που ο πατέρας μου θυμάται.

Αργότερα την πώληση αναλαμβάνουν και τα περίπτερα, τα οποία εκτός αυτών και τι δεν είχαν άλλο!!! Μέχρι ασπιρίνες ή καλμαλίνες, ή καλμόλ, μέσα στα μεταλλικά τους κουτιά, που τις πουλούσαν με το «κομμάτι», καθώς και χύμα σιγαρέτα. Και φυσικά το απαραίτητο τηλέφωνο. Μαύρο στην αρχή με μετρητή, κόκκινο με υποδοχή για κέρμα, πολύ αργότερα!

Περίπτερα με Εφημερίδες

Από τους πρώτους περιπτεράδες ήταν ο Παντελής Μπέλλης. Αρχικά στεγαζόταν μέσα στο καφενείο «Εθνικό» και αργότερα μεταφέρθηκε απέναντι, σε μια μικρή εσοχή-μαγαζάκι, κάπου ανάμεσα από τον Πάντου και τα παγωτά Πέτρου σήμερα. Από εκείνη την μικρή εσοχή αρχίζω και εγώ να θυμάμαι.

Ο Γιάννης Νάτσης, στην πλατεία. Το αγαπημένο μου!!! Ήμουν τρισευτυχισμένη όταν παιδούλα μ΄έπαιρνε η γυναίκα του Πετρούλα και καθόμουν στην αγκαλιά της με τις ώρες εκεί μέσα. Ακόμα ακούω τον ήχο από το στρόγγυλο κουδούνι που είχε στο παραθυράκι, απ΄όπου εξυπηρετούσε τους πελάτες!

Ο Βασίλης Καλλίνης, Ν. Χάσου και Στεφάνου Δραγούμη. Στην αρχή δεν υπήρχε κάποιο κτήριο στη γωνία αυτή. Αργότερα, χτίστηκε οικοδομή και μεταφέρθηκε εκεί το φαρμακείο «Αργυρόπουλου». Απέναντί του, από τη μια πλευρά, ήταν το κατάστημα «Σιάμκουρη», του κυρ – Αλέκου και μετά των υιών του, στην οικοδομή Γούναρη και από την άλλη το πρατήριο βενζίνης του Κόζη.

Στον σταθμό κάτω, ήταν το περίπτερο του Δημητρίου Σεκερτζή. Στην ουσία, την άδεια είχε στο όνομά του, ως ανάπηρος πολέμου. Το περίπτερο το δούλευε ο γαμπρός του, ο άντρας της μεγάλης του κόρης Ειρήνης. Μετά ανέλαβε η γυναίκα του, η κυρία Χριστίνα και η άλλη κόρη τους, Χαρούλα, έχοντας πίσω τους τον μικρότερο γιο και αδελφό, Γιώργο, ο οποίος όταν μπορούσε ξεκούραζε μάνα και αδελφή, ωσότου ο ίδιος να ολοκληρώσει τις σπουδές του.

Περίπτερο υπήρχε στην Ταγματάρχου Φουλεδάκη, ή αλλιώς, στον δρόμο των Συμβολαιογραφείων, του Χρήστου Νικολάου? αργότερα του Μορφιαδάκη επί της Ν. Χάσου απέναντι από το καφενείο του Κοϊδη? και να μη ξεχάσω να αναφέρω και αυτό του Νικόλαου Κατσουλιάνου, που βρισκόταν έξω από το Ξενοδοχείο «Αντιγόνη».

Φυσικά, κατά καιρούς , υπήρξαν και άλλοι συνεργάτες, φτάνοντας στο σήμερα, όπου, δυστυχώς σιγά σιγά, τα συμπαθή περίπτερα, αρχίζουν να χάνονται, να περνούν στο παρελθόν, και να παίρνουν μαζί τους τη δική τους ιστορία, αλλά και την ιστορία των ανθρώπων που για χρόνια και κατά καιρούς, φιλοξένησαν στο «ένα επί ένα» κουβούκλιό τους!!!

Η Μεταφορά

Στην πόλη μας, ο Τύπος, έφθανε τα πρώτα χρόνια με φορτηγά της εποχής, με λεωφορεία που είχαν δημιουργήσει τη «Συνεργατική», ενώ περίπου το 1949, ακόμα και με αεροπλάνα τύπου «ντακότα». Όσο παράξενο κι αν φαίνεται, ο κίνδυνος του ναρκοθετημένου δρόμου ήταν μεγάλος και πολλές ήταν οι φορές που παραλάμβαναν τις εφημερίδες από το αεροδρόμιο.

Αργότερα και αφού δημιουργήθηκε το ΚΤΕΛ, το 1950 περίπου, χρησιμοποιήθηκαν τα λεωφορεία του, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις, και συνήθως λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, η αποστολή του Τύπου γινόταν με το τραίνο.

Αμαξάδες με τα κάρα τους είχαν αναλάβει τη μεταφορά των δεμάτων στο μαγαζί, ώστε να γίνει μετά η διανομή στα περίπτερα ή να σταλούν στα χωριά.

Ένας από αυτούς ήταν ο Τράικος. Όσους μεγαλύτερους κι αν ρώτησα ποιο ήταν το επίθετό του, κανένας δεν θυμόταν να μου πει. Όλοι Τράϊκο τον έλεγαν, από το Τραϊανός. Τον θυμάμαι?! Πάντα με το καβουράκι του! Ψάθινο το καλοκαίρι, τσόχινο τον χειμώνα, με την απαραίτητη σατέν κορδέλα να τα διακοσμεί! Με το παχύ του μουστάκι και το σουρωμένο, από τη σφιχτά δεμένη δερμάτινη ζώνη, παντελόνι του, φόρτωνε το κάρο και έφερνε στο μαγαζί εφημερίδες και περιοδικά. Στην αρχή γρήγορο ακουγόταν το περπάτημα του μουλαριού. Καμαρωτό, ολοκλήρωνε την αποστολή, και ικανοποιημένοι και οι δυο έφευγαν. Το μουλάρι γιατί ξαλάφρωνε από το βάρος, το αφεντικό γιατί πληρωνόταν. Όσο τα χρόνια βάραιναν τις δυο πλάτες και τα έξι πόδια, μπορεί από μακριά να ακούγαμε τα πέταλα να χτυπούν στον δρόμο, και τις παροτρύνσεις προς το ζωντανό ,αργούσαμε όμως να τους δούμε να ξεπροβάλλουν απ΄τη γωνία του «Ολύμπιον» καθώς αργά τα βήματά τους πήγαιναν… και των δυο!

Ήρθε στιγμή που συνταξιοδοτήθηκε ο γερασμένος Τραϊανός. Μαζί, μουλάρι και αφεντικό, παροπλίσανε το ταλαιπωρημένο, κάρο. Έπρεπε να αναπαυτούν, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό.

Για να φτάσουμε, πριν κάποια χρόνια, στον «σύγχρονο» τρόπο μεταφοράς.
Αεροπλάνα σύγχρονα, φορτηγά και αυτοκίνητα των Κεντρικών Πρακτορείων, αναλαμβάνουν πλέον τη διανομή του Τύπου, έχοντας στις μηχανές τους πολλά περισσότερα «άλογα» απ΄ό,τι το κάρο του συγχωρεμένου Τραϊανού, που είχε μόνο ένα.
Και αυτό… μουλάρι!!!

Μεγάλο το «ταξίδι» του παππού?τελικά!

Ξεκίνησε από ένα μικρό, ορεινό, χωριουδάκι της Πελοπονήσσου, για να φτάσει στην άλλη άκρη του κόσμου, στην χώρα της Επαγγελίας και των Ονείρων, την Αμερική, και από κει, να επιλέξει τη Μακεδονία, τη Φλωριναία Γη, να ζήσει, να δημιουργήσει, ν΄αφήσει τους σπόρους του και τελικά να αναπαυθεί, ήρεμος, στα φιλόξενα χώματά της! Παρέα με τη γυναίκα του Αγγελική, κάποια απ΄τα παιδιά του, με συγγενείς και με τους περισσότερους που με νοσταλγία μνημονεύσαμε στην αναδρομή αυτής της ιστορίας!!!

  • Στη φωτογραφία η οδός Παύλου Μελά στο ύψος της πλατείας – αριστερά το βιβλιοπωλείο – πρακτορείο τύπου Βαγουρδή

Διαβάστε επίσης