florinapast

«Μαντά μουντού» – η «αρχόντισσα» φράουλα της Φλώρινας

Share this
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Γράφει ο Μιχάλης Χάτζιος |

Ξεκίνησε η εποχή συγκομιδής της φράουλας στην περιοχή της Φλώρινας.
Οι λέξεις «Φλώρινα» και «φράουλα» ήταν κάποτε συνυφασμένες.

Τη δεκαετία του 1960 και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 η Φλώρινα αποτελούσε την κύρια πηγή παραγωγής φράουλας, και βασικός τροφοδότης όχι μόνο της εγχώριας αλλά και ξένων αγορών.

Τροπαιούχος, Άνω και Κάτω Υδρούσα, Ατραπός, Πολυπόταμος, Πέρασμα (και άλλα χωριά που μπορεί να ξεχνώ) αλλά και μεγάλες εκτάσεις του κάμπου της Φλώρινας, στο απόγειο της παραγωγής, που προσδιορίζεται χρονικά περίπου στα τέλη της δεκαετίας του 1960 με αρχές της δεκαετίας του 1970, παρήγαγαν σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, την απίστευτη για την εποχή ποσότητα των 6.000 τόνων (!!!) παρά το περιορισμένο χρονικό διάστημα της παραγωγής, που διαθέτει η καλλιέργεια της φράουλας στον τόπο μας.

Εκατοντάδες, φτωχές ως επί των πλείστον κοπέλες από την Φλώρινα και τα χωριά (ανάμεσα τους και η μητέρα μου), απασχολούνταν στην εποχή της συγκομιδής και εξασφάλιζαν ένα μικρό αλλά πολύ απαραίτητο μεροκάματο για τα φτωχικά τους χρόνια.

Η συγκομιδή της φράουλας ήταν μια διαδικασία επίπονη και ιδιαίτερα κοπιαστική, αφού γίνονταν με τον έναν και μοναδικό παραδοσιακό τρόπο, να είσαι σκυφτός επί ώρες! Οι εργάτριες φρόντιζαν να πιάνουν δουλειά πρωί πρωί, σχεδόν χαράματα, πριν ο καυτός ήλιος σηκωθεί για τα καλά στον ουρανό και γίνει πυρωμένη ανάσα στα νεανικά σβέρκα τους. Μοναδική ασπίδα για κάθε κοπέλα ήταν το ανοιχτόχρωμο μαντήλι στο κεφάλι τους και η νεανική τους ξεγνοιασιά. Για το γεγονός ότι έπρεπε να είναι μόνιμα σκυφτές για να εκτελέσουν την εργασία τους, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη περιγραφή. Όποιος έχει αποτολμήσει να μαζέψει έστω και λίγες φράουλες, μπορεί να καταλάβει.

Οι εργάτριες τις περισσότερες φορές διανυκτέρευαν στα χωριά που εργάζονταν, γιατί έπρεπε να πιάσουν δουλειά από τα χαράματα και την εποχή εκείνη δεν υπήρχε η απαραίτητη συγκοινωνία για να πάνε στη δουλειά τους πρωί πρωί.

Τα όμορφα καλοκαιρινά βράδια που περνούσαν οι κοπέλες μεταξύ τους, περιελάμβαναν όμορφες στιγμές, πειράγματα και νεανικά φλερτ με νεαρούς του χωριού, που πολλά εξελίχτηκαν σε γάμους.

Τις φράουλες τις μάζευαν σε τσίγκινους κουβάδες και στη συνέχεια μετά τη διαλογή τους τοποθετούνταν σε πλαστικά κουπάκια αυτές που προορίζονταν για τον έμπορο ή χύμα σε τελάρα οι β’ διαλογής που θα πήγαιναν για μαρμελάδα η γλυκό. Η σχετικά αθώα «πονηριά» να βάζουν στους πάτους από τα κουπάκια και λίγες πέτρες για την αύξηση του βάρους, ήταν και αυτή μέρος της της όλης διαδικασίας και οι έμποροι της εποχής κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να σταματήσουν αυτήν την πρακτική, ιδίως όταν η παραγωγή είχε ως προορισμό κάποια ευρωπαϊκή χώρα που δεν ανέχονταν τέτοιου είδους “πονηριές”.

Η φράουλα της Φλώρινας και πιο συγκεκριμένα η περιβόητη ποικιλία Μαντά Μουντού (ίσως να μην την προφέρω σωστά), ήταν περιζήτητη, αφού η γεύση και η μυρωδιά της ήταν ανεπανάληπτη, παρόλο που το ξανθό χρώμα της – σε αντίθεση με άλλες έντονα κόκκινες ποικιλίες- δεν ήταν ελκυστικό. Το μοναδικό αλλά σοβαρό μειονέκτημα της ήταν η μικρή αντοχή της στο χρόνο μετά την συγκομιδή, κάτι που την κατέτασσε στις λεγόμενες αντι-εμπορικές ποικιλίες της περιοχής. Παρόλα αυτά ήταν περιζήτητη και πάντα γίνονταν στόχος των μεγαλεμπόρων της εποχής που φρόντιζαν να την καπαρώσουν από νωρίς.

Η μεταφορά της φλωρινιώτικης φράουλας γίνονταν με φορτηγά αν και στο απόγειο της παραγωγής τής ακόμα και ολοκλήροι συρμοί τρένων έφευγαν τακτικά για να τροφοδοτήσουν τις αγορές της Θεσσαλονίκης, της Αθήνας αλλά και της Ευρώπης. Οι παλιότεροι έχουν ακόμα νωπή τη μυρωδιά της συγκεκριμένης ποικιλίας φράουλας, που ανάβλυζε και μοσχοβολούσε καθώς οι συρμοί του τρένου διέσχιζαν τον κάμπο της Φλώρινας.

Ακούσματα από παραγωγούς, εμπόρους, οδηγούς φορτηγών της εποχής αλλά και τον Νονό μου Κοσμά Ηλιάδη, που μαζί με τον πατέρα μου ασχολήθηκαν με την καλλιέργεια και την εμπορία της φράουλας, μιλούν για έναν έμπορο της Βέροιας ονόματι Κατσαμάκας, ο οποίος ήταν από τους βασικούς έμπορους που δραστηριοποιήθηκε στην εμπορία της φλωρινιώτικης φράουλας. Μάλιστα, ήταν τέτοιες οι ποσότητες που εμπορεύονταν, ούτως ώστε είχε φροντίσει οι ράγες του τρένου να περνούν μέσα από τις εγκαταστάσεις διαλογής και συσκευασίας που διατηρούσε στη περιοχή της Ημαθίας.

Η παραγωγή της περιβόητης ποικιλίας Μαντά Μουντού, αλλά και γενικότερα της φράουλας, άρχισε να φθίνει σταδιακά στο τέλος της δεκαετίας του 1970. Ακούστηκαν πολλά σενάρια συνωμοσίας αλλά και επιστημονικά για αυτή την σχετικά απότομη μείωση και τελικά εξαφάνιση της παραγωγής. Η συνωμοσιολογική εκδοχή ότι «Γερμανοί και Γάλλοι έριξαν κάποια αρρώστια» μέχρι και την επιστημονική προσέγγιση για τη μη ορθή διαχείριση του εδάφους και των καλλιεργειών, αποτελούν θεωρητικά κάποιες από τις αιτίες που η ποικιλία Μαντάμ Μουντού χάθηκε σταδιακά και έχει πια σχεδόν συλλεκτικό χαρακτήρα. Σήμερα θα την συναντήσουμε κυρίως σε μπαξέδες και χωράφια κάποιων ρομαντικών παραγωγών που προσπαθούν να περισώσουν κάτι από εκείνη την θαυμαστή γεύση και μυρωδιά.

Παρόλα αυτά, η φλωρινιώτικη φράουλα αν και δεν μπορεί να συγκριθεί ούτε σε ποιότητα ούτε και σε γεύση, με τις παλιές ποικιλίες (άραγε ποιο προϊόν έμεινε να διαθέτει τη νοστιμιά του παρελθόντος;) παραμένει από τις πιο νόστιμες φράουλες της Ελλάδας και όχι μόνο.

Σήμερα οι Φλωρινώτες παραγωγοί φράουλας είναι λίγοι και αντιμετωπίζουν τα γνωστά προβλήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν όλοι οι αγρότες, κυρίως οι μικροί.

Είναι πραγματικά αξιέπαινοι οι νέοι άνθρωποι που τολμούν και ασχολούνται με την παραγωγή φράουλας, συνεχιστές μιας παραδοσιακής καλλιέργειας άρρηκτα συνδεδεμένης με τον τόπο μας. Τολμώ να υποθέσω ότι και σε αυτήν την περίπτωση, όπως και σε τόσες άλλες, δεν έχουν λάβει την οφειλόμενη και απαραίτητη υποστήριξη από την πολιτεία και μάλλον δεν κάνω λάθος.

Οι περισσότερες φράουλες που παράγονται σήμερα πωλούνται στις λαϊκές αγορές και σε γωνιές των δρόμων.

Οι πωλητές/παραγωγοί, νοσταλγικές φιγούρες μιας άλλης εποχής, ομορφαίνουν με την παρουσία τους και το υπέροχο προϊόν τους τις καλοκαιρινές ημέρες και νύχτες της Φλώρινας. Διατηρούν με τον τρόπο τους ζωντανή μια όμορφη εικόνα του τόπου μας, που έρχεται από το μακρινό παρελθόν.

Στη φωτογραφία μπορώ να αναγνωρίσω με βεβαιότητα μόνο τον αείμνηστο, υπέροχο νονό μου Κοσμά Ηλιάδη και μία φίλη της μητέρας μου.
Όποιος αναγνωρίσει και μπορεί να προσθέσει ονόματα, καλοδεχούμενος.

Διαβάστε επίσης...

Share this
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Translate »
error: προστατευμένο περιεχόμενο - επικοινωνήστε με τον διαχειριστή