Η αρκούδα ήξερε βλάχικα…

Γράφει ο Αργύρης Λούστας |

Νέβεσκα, 30 Μαΐου 1973

Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη…

Εκείνη την ημέρα, η νέγκουρα είχε κατεβεί από το Βίτσι και σκέπασε τα πάντα, από τα Λινούρια μέχρι την Κόστα. Μάιος μήνας, κι όμως εκεί ψηλά οι εποχές δεν υπάκουαν στα ημερολόγια. Η ομίχλη ερχόταν όποτε της κάπνιζε. Για τους Νυμφαιώτες ήταν γνώριμη συντροφιά. Παρ’ όλα αυτά, καμία άλλη λέξη δεν μπορούσε να αποδώσει αυτό το μυστηριώδες, αφιλόξενο σκηνικό όσο η βλάχικη λέξη «νέγκουρα».
Ξαφνικά άρχισε να φυσά ένας άγριος αέρας. Περνούσε ανάμεσα από τις οξιές και κατέβαινε ορμητικός προς την εκκλησία του Αϊ-Νικόλα. Κουνούσε πέρα δώθε τις καμπάνες στο ψηλό καμπαναριό. Καμπάνες φτιαγμένες από αψεγάδιαστο μέταλλο, παραγγελμένες κάποτε στην Πόλη και στην Οδησσό, από τους Νυμφαιώτες άρχοντες. Αντιλαλούσαν τον μοναδικό, γλυκό και βαθύ ήχο τους, μέσα σε αυτή την κοσμοχαλασιά.
Μόνο το ρολόι του πέτρινου σχολείου ξεχώριζε. Δώρο του μεγάλου Βλάχου ευεργέτη Ζαν Νίκου. Στεκόταν ψηλά σαν άγρυπνος φρουρός του χρόνου. Το τέλειο ελβετικό μηχάνημα, συνέχιζε ακούραστα την αιώνια πορεία του, παρατηρώντας το χωριό να επιμένει να ζει ανάμεσα στους θρύλους του, της Νιβεστιάνας Νύφης και της Ασπροντυμένης Χιονάτης, όπως με καμάρι ήθελαν οι Νυμφαιώτες να λέγεται το χωριό τους.

Έτσι ήταν και σήμερα. Δεν κατάφερε η νέγκουρα ούτε τόσο δα, να μειώσει τη λάμψη του. Επικρατούσε μια αχλή παραμυθιού, σαν άλλοτε, τότε που τα δάση κρατούσαν μέσα τους κρυμμένους θησαυρούς από παλιά μυστικά. Είχε μύθους το χωριό και ιστορίες αληθινές. Δύσκολα τις ξεχώριζες. Μια λεπτή χρυσή κλωστή ένωνε το παραμύθι με τον μύθο και τον μύθο με την αλήθεια. Φρόντιζαν οι χρυσικοί της Νέβεσκας να υπάρχει πάντα αυτή η χρυσή κλωστή.
Μα κάποτε μπλέκονταν μεταξύ τους αλήθειες, ψέματα και μύθοι. Ένα κουβάρι γίνονταν. Και εκεί, μέσα στο μπέρδεμα, γεννιόταν ιστορίες που κανείς δεν ήξερε αν πρέπει να τις πιστέψει ή να τις φοβηθεί.
Ατελείωτες κυλούσαν οι μέρες και σκοτεινές ήταν οι νύχτες, όταν έπεφτε η ομίχλη στη Νέβεσκα. Όπως σήμερα, όπως και τα περασμένα χρόνια. Ήταν οι στιγμές που οι άνθρωποι κλείνονταν στα σπίτια. Τότε ερχόταν η ώρα για διηγήσεις και παραμύθια. Στον μεγάλο οντά, πάνω στα πλατιά μιντέρια και με συντροφιά τη θαλπωρή του τζακιού, οι γιαγιάδες, οι «Μούμες», όπως τις έλεγαν στα βλάχικα, άρχιζαν τις ατέλειωτες ιστορίες τους.
Κουρνιασμένος στην αγκαλιά της γιαγιάς, παλιά, σε εκείνα τα μακρινά χρόνια, άκουγε μαγεμένος ο Κωστάκης τη Μούμα, να του ψιθυρίζει και να τον νανουρίζει με ιστορίες από έναν κόσμο λησμονημένο. Βάραιναν τα βλέφαρά του και λίγο πριν σφαλίσουν, πεταγόταν επάνω.

— Είναι αλήθεια όλα αυτά, Μούμα; ρωτούσε με μάτια γεμάτα απορία. Κάτι δεν τον έπειθε. Δίσταζε μέσα του να τα πιστέψει.
Χαμογελούσε κρυφά η γιαγιά.
— Αμ, τι; Ψέματα; Κοιμήσου τώρα. Θα τα δεις στα όνειρά σου και τότε θα καταλάβεις.
Ο Κωστάκης ονειρευόταν. Ακόμα κι όταν μεγάλωσε. Όχι σαν ονειροπόλος, που δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα, αλλά σαν άνθρωπος με ρομαντική φαντασία. Έπλασε έναν δικό του κόσμο και τον ακολούθησε πιστά.
— Την ιστορία με την αρκούδα θέλω, Μούμα. Μα να μου υποσχεθείς πως είναι αληθινή.
— «Μίν(ε) ταχινά, ταχινά», του απάντησε (δηλ. αύριο πρωί πρωί). Πάντα στα βλάχικα. Δεν του χαλούσε χατίρι του Κωστάκη.
— Εκεί, ξάδελφε, πίσω από την εκκλησία, στο «Λα Πλότσι», στο ρέμα που είχε πέτρες, βγήκε η αρκούδα στη γιαγιά μου. Πέτρες μεγάλες είχε το ρέμα, που βοηθούσαν στο πλύσιμο. Κρατούσαν αντίσταση όταν οι γυναίκες κοπανούσαν τις βελέντζες με τον κόπανο. Εκεί, κάθε άνοιξη, έπλεναν τα σκονισμένα από τον χειμώνα κιλίμια και τις μάλλινες φλοκάτες.

Στο ταβερνείο του Ναυάρχου πίναμε τον καφέ μας, τρώγοντας λαίμαργα και την πρασόπιτα, που τόσο πολύ αγαπούσαμε και οι δυο. Ο Ναύαρχος ήταν καφετζής, ταβερνιάρης και κουρέας. Παρατσούκλι φυσικά, όπως είχαν όλοι στο χωριό. Αν δεν περνούσες από τον Ναύαρχο, ήταν σαν να μην είχες πατήσει ποτέ το πόδι σου στο Νυμφαίο.
— Κοίτα μέρα που βρήκαμε να πάρουμε τα βουνά, ψιθύρισα.
Δεν γύρισε να με κοιτάξει. Το βλέμμα του είχε χαθεί κάπου μακριά, εκεί που περιπλανιόταν πάντα η φαντασία του.
— Και τι σε πειράζει εσένα η ημέρα; Σαν ασπρόμαυρη ταινία είναι, σαν φιλμ νουάρ. Και συνέχισε: «Άκου τις οπλές των μουλαριών επάνω στο καλντερίμι. Κουβαλούν το χρυσάφι μέσα σε πέτσινα σακιά».
Αφουγκράστηκα, μόνο και μόνο για να του κάνω το χατίρι, μα δεν άκουσα τίποτα. Μόνο σκέφτηκα πως η Μούμα είχε ποτίσει βαθιά τη φαντασία του με τα παραμύθια της.
— Άκου, λοιπόν, την ιστορία.

Μια ζωγραφιά ήταν η Νέβεσκα εκείνη την άνοιξη. Μια ομορφιά που σου έκαιγε τα μάτια και ζάλιζε τις αισθήσεις και την νοσταλγία. Άμυαλες και ανέμελες αμυγδαλιές προκαλούσαν με τα λευκά, και ροζ, άνθη τους. Ακόμα ο καιρός δεν είχε στεριώσει. Λιβάδια βαμμένα με το πορφυρό χρώμα της παπαρούνας. Μεθυσμένα χελιδόνια από το φως και τη μυρωδιά της γης τιτίβιζαν τις νότες της Άνοιξης του Vivaldi.
Πίνακας του Monet, έμοιαζε τότε η Άνοιξη στην Νέβεσκα.
Τότε κινούσαν οι βλαχοπούλες, να πάνε να πλύνουν τα βαριά σκεπάσματα. Τα φόρτωσαν στα μουλάρια, πήραν ψωμιά, τυριά και πατάτες ψημένες στη χόβολη και κίνησαν οι Νιβεστιάνες αμαζόνες, με γέλια και τραγούδια, για το Πλότσι.
Χωρίς να φανταστούν τι θα συνέβαινε αργότερα…
Δεκαεπτά χρονών ήταν η Μούμα, Παρασκευή την έλεγαν, μόλις είχε αρραβωνιαστεί. Κοντούλα, αλλά δεν της έλειπε ούτε η δύναμη ούτε το πείσμα. Μεγάλωσε μόνη της ένα σωρό παιδιά και άλλα τόσα εγγόνια.
Φόρεσε την πουκαμίσα με τις δαντέλες στον λαιμό και στα μανίκια. Έβαλε το μεσοφόρι και τη ζακέτα με τα κουμπιά από το ίδιο ύφασμα. Έπειτα έβαλε την ποδιά της. Καμιά Βλάχα δεν έβγαινε στον δρόμο χωρίς ποδιά. Έριξε στους ώμους της το σάλι, διότι δεν ήταν να εμπιστεύεσαι τον καιρό στη Νέβεσκα και τέλος έβαλε με χάρη τη μαντίλα στο κεφάλι. Φρόντισε να εξέχουν αρμονικά οι δύο χοντρές πλεξούδες, στολισμένες στις άκρες με χρυσές ντούμπλες σε σχήμα αμυγδάλου και βγήκε να συναντήσει τις άλλες κοπέλες.

Στο Πλότσι πήγαιναν για να πλύνουν τις φλοκάτες, ναι, αλλά σαν φιγουρίνια ντυμένες. Δεν έπαυαν ποτέ οι Νιβεστιάνες να είναι αρχόντισσες.
Ακόμα και εδώ πού έπλεναν, οι υπερήφανες Βλάχες προσπαθούσαν η μία να ξεπεράσει την άλλη στην ικανότητα. Δούλευαν σιωπηλές, μιλιά δεν έβγαζαν. Θαρρείς πως η σκέψη τους ταξίδευε αλλού.
Τα έχει αυτά η άνοιξη, πού υφαίνει όνειρα και ξυπνά λαχτάρες κρυμμένες. Μαζί της έρχεται κι αυτός ο θρασύς και ανυπόμονος έρωτας, έτοιμος να τρυπώσει στις καρδιές. Ήταν αρχόντισσες οι Βλαχοπούλες, αλλά και γυναίκες. Ευάλωτες στα βέλη τού έρωτα. Πλημμύρα οι χυμοί της νιότης μέσα τους. Ανεβοκατέβαιναν τα στήθη τους, όχι μόνο από τον κόπο της δουλειάς.
Ο κόπανος χτυπούσε με μανία επάνω στα υφάσματα. Λες και κάθε χτύπος προσπαθούσε να πνίξει μια σκέψη, να διώξει έναν καημό, να ξορκίσει μια αγάπη απαγορευμένη, ή έναν έρωτα που αργούσε να έρθει.
Κάποτε η δουλειά τελείωσε. Έφαγαν, γέλασαν, μοιράστηκαν τα μυστικά τους και τα πειράγματα. Ύστερα έζεψαν τα μουλάρια τους. Το δειλινό πλησίαζε.
Οι σκιές των δέντρων μάκραιναν και μεταμορφώνονταν σε εξωτικές μορφές. Ήταν ώρα να επιστρέψουν.
Ήταν μια όμορφη μέρα. Μα δεν είχε τελειώσει ακόμη. Όσο για το ότι θα έμενε αξέχαστη, αυτό ήταν σίγουρο.
Μέσα στη σιωπή του δάσους, ακούστηκε το ξερό τρίξιμο, από σπασμένα κλαδιά. Μια σκιά γλίστρησε ανάμεσα στα δέντρα. Οι σκιές όμως δεν κινούνται από μόνες τους, ούτε κάνουν θόρυβο.

— Αρκούδα!
Η κραυγή βγήκε πνιχτή. Έκπληξη, αγωνία, τρόμος και φόβος ενώθηκαν σε μία μόνο λέξη. Τα πόδια τους λύγισαν. Το αίμα, που πριν από λίγο έβραζε από ζωή πάγωσε στις φλέβες τους.
Μια μεγάλη καφέ αρκούδα πλησίαζε αργά, με βήματα βαριά και σταθερά. Σηκώθηκε στα δύο πόδια και φάνηκε ακόμη πιο μεγαλόσωμη.
— Μην την κοιτάτε στα μάτια.
Η φωνή της Παρασκευής ακούστηκε καθαρή μέσα στον πανικό.
Η νεαρή Βλάχα πήρε ένα καρβέλι ψωμί από τον τορβά και προχώρησε αργά προς το ζώο, χωρίς να το αντικρίσει κατάματα. Η απόσταση ανάμεσά τους δεν ήταν ούτε δέκα μέτρα. Ήξερε καλά πως οι αρκούδες δεν αγαπούν το επίμονο βλέμμα. Μέσα στα μάτια διαβάζουν τον φόβο, την απειλή, την πρόθεση του ανθρώπου. Και τότε γίνονται επικίνδυνες.
Με μια σταθερή κίνηση έσπασε το ψωμί στο γόνατό της και το πρόσφερε.
— Νού τσού φρίκ(ε), φιάτα μ’. («Μη φοβάσαι, κόρη μου».) Βας τι ντάου πίνε. («Θα σου δώσω ψωμί».)
Στα βλάχικα πάντα. Και είχε μια γλύκα η φωνή της, όπως μιλάει μια μάνα στο παιδί της.
— Την άλλη φορά θα σου δώσω και τυρί.
Η αρκούδα έπεσε ήρεμα στα τέσσερα πόδια και πλησίασε. Πήρε το ψωμί από το χέρι της με προσοχή, λες και φοβόταν μην τη λαβώσει. Έπειτα γύρισε αργά και χάθηκε μέσα στο πράσινο βάθος του δάσους.
— Άντε, «μπούνε ουάρα». Στο καλό να πας, είπε ανακουφισμένη η Παρασκευή.
Οι αγκαλιές, τα φιλιά και τα χαμόγελα επέστρεψαν στις βλαχοπούλες. Δεν είχαν σωθεί απλώς, είχαν μαζί τους και μια ηρωίδα. Την Παρασκευή, τη Μούμα του Κωστάκη.
— Δεν φοβήθηκες, μωρή ζούρλου; Δεκαεπτά χρονών κοριτσάκι;
Αν φοβήθηκε; Μόνο αυτή γνώριζε πόση τόλμη χρειάστηκε για να ξεπεράσει τον φόβο της.
— Και καλά, ρώτησε μια άλλη, την είπες «φιάτ’ μ’». Πώς κατάλαβες ότι ήταν θηλυκιά η αρκούδα;
Την κοίταξε σοβαρά η νεαρή Παρασκευή.
— Κουβαλούσε μωρό στην κοιλιά. Τι άλλο θα ήταν;
Καλπάζοντας επέστρεψαν στο χωριό. Βγήκαν όλοι, μιας και τα νέα ταξίδεψαν γρήγορα, να θαυμάσουν τη γενναία Νιβεστιάνα.

Ένας χρόνος πέρασε. Το καλοκαίρι ήρθε και έφυγε. Ο Δεκαπενταύγουστος ένωσε πάλι τους Νεβεσκιώτες. Ο χειμώνας άπλωσε τα παραμύθια του στα τζάκια. Και ύστερα όπως πάντα, ήρθε η Άνοιξη.
Οι κοπέλες επέστρεψαν στο γνώριμο ποταμάκι. Καμιά αρκούδα δεν μπορούσε να σβήσει μια συνήθεια χρόνων. Οι Βλάχοι ήταν γενναίοι. Και οι Βλάχες ακόμη περισσότερο.
Πήγαν πάλι, έπλεναν, έφαγαν, τραγούδησαν, βυθίστηκαν στις σκέψεις τους. Και εκεί, προς το μεσημέρι, που τραγουδούσαν το «Ούνα ταχινά λέι ντάντο», τον ύμνο της Βλαχιάς, εμφανίστηκε στο λοφάκι επάνω η καφετιά αρκούδα.
Όχι μόνη τώρα.
Ένα πανέμορφο αρκουδάκι χοροπηδούσε γύρω της.
Δεν την περίμεναν, αλλά ξαφνιάστηκαν. Πάλι η Παρασκευή πήρε ψωμί, τυρί και τα άφησε λίγο πιο πέρα. Κατέβηκε ήρεμα η αρκούδα με το χαρούμενο αρκουδάκι. Πήραν το ψωμί και το τυρί και ανέβηκαν στον λοφίσκο.
Στάθηκαν απέναντι στις γυναίκες. Τότε μάνα και παιδί σηκώθηκαν στα δύο πόδια. Ένα βαθύ, παρατεταμένο γρύλισμα απλώθηκε στον αέρα. Δεν είχε απειλή ούτε αγριότητα, είχε μόνο τη γλυκύτητα ενός μεγάλου, αληθινού «ευχαριστώ».
Την ιστορία αυτή, μου τη διηγήθηκε αμέτρητες φορές ο Κωστάκης. Κάθε φορά με την ίδια βεβαιότητα, με το ίδιο παιδικό πείσμα. Εγώ αντιστεκόμουν με τη λογική. Εκείνος με τη μνήμη και την καρδιά. Ήταν τόσο βαθιά η σχέση αγάπης με τη γιαγιά του, τη γυναίκα που τον μεγάλωσε, πώς να του την απαξιώσεις;

Ο Κωστάκης έγινε ο μεγάλος και σπουδαίος ζωγράφος, Κώστας Λούστας. Όμως βαθιά μέσα του παρέμεινε το παιδί πού άκουγε τα παραμύθια της Μούμας και τα κουβαλούσε σαν πολύτιμο φυλαχτό.
Γι’ αυτό έμεινε πάντα ο Κωστάκης.
Ούτε Κώστας ούτε Λούστας.
Μόνο Κωστάκης.
Με το χιούμορ του, τις ιδιοτροπίες του και εκείνο το βλέμμα που δεν σήκωνε αμφισβήτηση.

— Είδες η Μούμα;
Και με κοίταξε στα μάτια, βέβαιος πως επιτέλους με είχε πείσει.
— Ναι, αλλά μιλάνε οι άνθρωποι με τα ζώα; τόλμησα.
— Μιλάνε.
— Μα, απ’ ό,τι γνωρίζω, μόνο στα παραμύθια.
— Μην με μπερδεύεις.
— Και πώς συνεννοήθηκαν μεταξύ τους; Πώς κατάλαβε τι έλεγε η γιαγιά;
— Θα ήξερε βλάχικα.
— Τώρα με μπερδεύεις εσύ. Ποιος θα ήξερε;
Ο Κωστάκης χαμογέλασε θριαμβευτικά.
— Η αρκούδα, μωρέ παγκάνου! Άπιστε! H αρκούδα…!

Shares

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Translate »