«Ο Τέντας», ο φίλος μου – in memoriam
Γράφει ο Αργύρης Λούστας |
Αγαπημένε μου φίλε. Είναι αλήθεια πως σε σκέφτομαι… Όλη μέρα σε έχω στον νου μου, κι ας πέρασαν τόσα πολλά χρόνια. Μια παρατημένη, ξεκούρδιστη κιθάρα σε μια γωνιά δεν με αφήνει να σε ξεχάσω. Μα τώρα, τελευταία, έρχεσαι και τη νύχτα, στα όνειρά μου. Κάτι θα θέλεις… Θα ήταν όμορφα να τα πούμε, αν ήταν εφικτό. Αλλά δεν είναι. Μόνο στα παραμύθια οι άνθρωποι συνομιλούν με τους αγγέλους. Εσύ αποφάσισες, με εκείνο το πείσμα σου, να ζήσεις μαζί τους. Θα στα πω και παρακάτω, κι ας θυμώσεις. Κουβεντούλα δεν θέλεις; Θα την έχεις. Άκου λοιπόν και σώπα. Δεν γνωρίζω άλλον τρόπο, γι αυτό αποφάσισα να σου γράψω. Το βέβαιο είναι πως δεν μπορεί να φτάσει σε εσένα αυτό το γράμμα. Βλέπεις, ακόμη δεν υπάρχει δρόμος προς τους ουρανούς, για να το λάβεις. Θα το γράψω όμως στην καρδιά μου, ελπίζοντας πως οι σκέψεις μου θα ταξιδέψουν πιο μακριά από τις λέξεις. Μαζί να θυμηθούμε όσα σκέπασαν τα αγριόχορτα της μνήμης… Σου γράφω, λοιπόν «πάλι από ανάγκη» μου… Τον γνωρίζεις τον στίχο και τη μελωδία. Την έγραψε εκείνο το ομορφόπαιδο, ο Παύλος, ο Σιδηρόπουλος, ο πρίγκιπας του ελληνικού ροκ. Σίγουρα τον γνώριζες. Κι αυτός μόνος του αποφάσισε να φύγει γρήγορα. Τι βιασύνη σας έπιασε; Μου λες; Λύσε μου μια απορία. «Τέντας», ποιος και γιατί σου κόλλησε αυτό το παρατσούκλι;
Το όνομά σου ήταν Γιώργος Γιαννακόπουλος, του Πανταζή και της Ελένης. Λίγο μακρινάρι για καλλιτεχνικό, αλλά δεν ήταν και άσχημο. Όχι πως το «Τέντας» ήταν. Κι όμως, έτσι σε έμαθε και έτσι σε αγάπησε η Φλώρινα. Για όλους ήσουν πάντα ο Τέντας. Ακόμη και σήμερα, όταν σε φέρνουν στην κουβέντα, αυτό το όνομα βγαίνει πρώτο από τα χείλη τους. Πολλές φορές το παρατσούκλι δείχνει οικειότητα και αγάπη. Κι εσένα σε αγάπησε η Φλώρινα. Πολύ… Ξέρεις, όσο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο μου ταιριάζει αυτό το όνομα για σένα. Η τέντα, το σκοινί, το σύρμα, όλα μιλούν για κάτι τεντωμένο, έτοιμο να λυγίσει αλλά και να σπάσει, κάθε στιγμή. Κι εσύ έτσι έζησες. Ισορροπώντας πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί, χωρίς δίχτυ ασφαλείας από κάτω. Ζούσες στα άκρα, με ένταση. Ήθελες τη ζωή γρήγορη, ανυπόμονη, χωρίς φρένα και χωρίς εκπτώσεις. Πόσες φορές προσπάθησα να σε δικαιολογήσω Από μια πλευρά τίποτα δεν έμοιαζε λάθος. Όλα έδειχναν σαν μια διαφορετική επιλογή ζωής. Μέχρι που, κάποια στιγμή, αυτό το διαφορετικό, έγινε το μεγάλο λάθος. Ξέρω τι λες τώρα. Σαν να σε βλέπω.
Άσε τις αναλύσεις ρε Αργύρη και πες μας για τον κάτω κόσμο ποιος έμεινε ποιος έφυγε; Τον πόνο μου σου λέω. Είπαμε, θα λέμε αλήθειες Τεντα. Αλλά, μια και το ζητάς, κανείς σχεδόν δεν έμεινε. Ο Αγάπιος, ο Γιαννάκης ο Δάντης, ο Τάκος ο Καπουλίτσας, ο Μούλης, τώρα τελευταία ο Σπύρος, μέχρι και ο γιος του Τάβη έφυγαν. Ένας ένας πήραν τον δρόμο που πήρες κι εσύ. Κι όμως, δεν μπορώ να μη χαμογελάσω όταν θυμάμαι εκείνες τις βραδιές στου Πούσκα το μπαρ. Ο μικρός Τάβης στο πιάνο κι εσύ με την κιθάρα. Γυρνάς ξαφνικά και του λες με εκείνο το πειρακτικό σου ύφος: Σταμάτα να χτυπάς το πόδι σου για να μη χάσεις τον χρόνο. Μόνο οι γύφτοι σε άλλον χρόνο παίζουν και σε άλλον χτυπάνε το πόδι τους. Αυτοί τουλάχιστον τα καταφέρνουν. Εσύ βαράς στον γάμο του Καραγκιόζη. Μπερδεύεσαι εσύ, μπερδεύεις κι εμένα. Αλλού γι’ αλλού το βάραγε ο μικρός Τάβης. Και ύστερα ξεκαρδιστήκατε στα γέλια.
Έφυγε κι ο Γιαννάκης ο Μιμηλίδης. Ο μέντοράς σου, ο μουσικός συνοδοιπόρος σου. Σε αγαπούσε όσο λίγοι. Θυμάσαι εκείνη τη νύχτα στου Πίκη, μέσα στη γαλήνη του δάσους; Εσύ κι ο Τζοβάνι πιάσατε τις κιθάρες και αφήσατε την μελωδία του «Maria Elena» να ξεχυθεί ανάμεσα στα πεύκα. Ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Οι καρδιές ράγισαν σιωπηλά και η μουσική ταξίδευε πάνω από τα δέντρα, σαν προσευχή. Ακόμη και οι Los Indios Tabajaras, αν σας άκουγαν εκείνο το βράδυ, θα στέκονταν με θαυμασμό. Εκείνη τη στιγμή δεν ήσουν πια ο μικρός Γιώργος που γνώριζα. Είχες ξεφύγει από τα ανθρώπινα μέτρα. Και, το ομολογώ, σε ζήλεψα. Ήταν σαν οι άγγελοι να σου είχαν δανείσει τη φωνή τους. Μόνο που εσύ δεν αρκέστηκες στο δάνειο. Τους ξεπέρασες. Κι ίσως αυτό να μην σου το συγχώρησαν ποτέ. Σε πήραν βιαστικά κοντά τους, γιατί σε χρειάζονταν στη δική τους χορωδία. Άλλωστε, ποιος είπε, πως ακόμη και οι άγγελοι δεν ζηλεύουν καμιά φορά. Ήρθε κοντά σας και ο Μούσιος. Τώρα θα έχετε και μαέστρο. Ποιος σας πιάνει! Έμειναν, ο φίλος σου ο Νίκος και ο άλλος κολλητός σύντροφός σου στο τραγούδι, ο Σάκης ο Μπράβας. Κάποιοι πρέπει να μείνουν πίσω για να κρατούν αναμμένη τη μνήμη…

Ας γυρίσουμε όμως λίγο πιο πίσω, τότε που ήσουν ακόμη παιδί. Έμαθα αργότερα τα κατορθώματά σου. Ξεγελούσες τη μικρή Ζωή και της έτρωγες το φαγητό. Εκείνη, αγανακτισμένη, σου έσπασε μια κιθάρα στο κεφάλι. Δεν άντεχε, γιατί κάθε φορά που άνοιγε τα βιβλία της, εσένα τότε σε έπιανε ξαφνικά ο καημός να παίξεις μουσική. Το κεφάλι σου, βέβαια, δεν έπαθε τίποτα. Η κιθάρα ήταν που θυσιάστηκε. Κι έτσι η Ζωή εγκατέλειψε το όνειρο της μουσικής και σου άφησε, άθελά της, ολόκληρο τον δρόμο ανοιχτό. Για το φαγητό, πάντως, θα σου έδινα ένα δίκαιο. Δέκα χρονών παιδί, με μπόι δεκαοχτάχρονου, πώς να μη σε κυνηγά η πείνα; Κάποτε η μητέρα σου, η Λένκω, μου διηγήθηκε μια ιστορία. Κι εκεί με περίμενε μια αποκάλυψη. Ο Πανταζής και η Λένκω είχαν ήδη χάσει τρία παιδιά. Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος. Εποχές που ο θάνατος περνούσε καθημερινά από τις αυλές και τις ψυχές των ανθρώπων. Κι ύστερα, μια κρύα νύχτα από αυτές που μόνο η Φλώρινα γνωρίζει, γεννήθηκες εσύ. Ήταν Φεβρουάριος του 1948. Επικρατούσε μια ανατριχιαστική σιωπή, εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ.. Οι αντάρτες προετοίμαζαν την μεγάλη επίθεση στην πόλη. «Κάναμε τάμα με τον Πανταζή», μου είπε. «Αν γεννηθεί γερό το τέταρτο παιδί, θα πάμε στην εκκλησία κερί, ίσο με το βάρος του.» Και ήρθες εσύ, πέντε ολόκληρα κιλά. Σε ζύγισαν με το καντάρι. Πριν ακόμη ανοίξεις τα μάτια σου στον κόσμο, είχες ήδη βάλει τους δικούς σου σε μεγάλους μπελάδες.
Πού να βρεθεί τόσο κερί…
Γνωριστήκαμε στη χορωδία του Λάκη και γίναμε αχώριστοι. Τραγουδούσαμε κάθε Κυριακή στη δεύτερη λειτουργία, μαζί με τις ωραιότερες φωνές της Φλώρινας. Από τότε φίλοι καρδιακοί. Στα χρόνια που ακολούθησαν συναγωνιζόμασταν ο ένας τον άλλον. Γίναμε ντουέτο. Εσύ υπερείχες στη φωνή, εγώ τότε στην κιθάρα — γιατί αργότερα, δεν τόλμησα ποτέ να την πιάσω μπροστά σου. Πίστευα ότι θα φτάσεις μακριά. Το πόσο και το πού δεν γνώριζα Μας έλειπε όμως ένας τρίτος. Ήταν η εποχή που τα τρίο ήταν της μόδας. Βρήκαμε τον Ανδρέα Καρρά. Τι φωνή! Τεράστια. Ξέχασα να σου πω πως ζει σήμερα στην Αμερική. Με παίρνει καμιά φορά τηλέφωνο μέσα στη νύχτα. Δεν μπορεί να υπολογίσει τη διαφορά της ώρας. Σπαράζει στο κλάμα. Να μου φιλήσεις όλους τους φίλους… Πώς να του πω πως αυτό είναι πια αδύνατο με τους περισσότερους; Πενήντα χρόνια έμεινε μακριά από την πατρίδα. Έχασε κάθε επαφή. Ζει ακόμη στον αληθινό κόσμο. Αυτόν της παιδικής του ηλικίας. Εκεί όπου τίποτα δεν γερνά και κανείς δεν πεθαίνει.
Θα θυμάσαι τα κορίτσια που μας παρακαλούσαν να τους τραγουδήσουμε τα βράδια. Τους χορούς στο Ξενία. Τον Τάβη με την ορχήστρα του, κι εμάς απαραίτητους σε κάθε γιορτή. Με τα άσπρα πουκαμισάκια μας και τη μαύρη κορδελίτσα δεμένη φιόγκο αντί για παπιγιόν. Για να ξεχωρίζουμε από τα γκαρσόνια, έλεγες. Δεν σου έλειπε το χιούμορ. Αμερικανάκια εντελώς.

Ασφαλώς δεν θα ξέχασες τις πρόβες και την αγωνία ,να προσαρμόσουμε την μουσική των ΑIDOLS στα δικά μας μέτρα. Ο Τάβης ήθελε κάτι καινούργιο. Που να φανταστεί ότι μια μέρα θα τραγουδούσες μαζί τους, με την δική σου μπάντα, τους FOREMOST. Στο ABC μάλιστα. Ούτε εμείς το φανταζόμασταν. Θα ζητούσαμε διπλό μεροκάματο. Ο μπαγάσας μας έδινε δέκα δραχμές για ολόκληρη την νύχτα και φαγητό στα υπόγεια του Ξενία. Ποιος νοιαζόταν τότε για τα χρήματα; Πληρωνόμασταν με όνειρα.
Κι ενώ άνοιγε μπροστά μας ένας δρόμος γεμάτος υποσχέσεις, πέθανε ο Πανταζής, ο πατέρας σου, το στήριγμά σου. Οι ισορροπίες ανατράπηκαν. Τα θυμάμαι όλα καθαρά. Έγινες δύστροπος, αδιάφορος. Τα έβαζες με όλους και με όλα. Η Λένκω δεν μπορούσε να σε παρηγορήσει… Το ίδιο και οι καθηγητές στο σχολείο. Μάλωσες μαζί τους, άλλαξες σχολείο και έφυγες από τη Φλώρινα. Χάθηκες… Κάποτε γύρισες. Η φωνή σου έγινε καλύτερη. Τα νυχτερινά κέντρα σε παρακαλούσαν να τραγουδήσεις. Σε παρομοίαζαν με τον Τομ Τζόουνς. Ψηλός, ξανθός, ωραίος με την ίδια εκρηκτική δύναμη στη φωνή. Δεν τον μιμήθηκες ποτέ. Ήσουν εξίσου σπουδαίος, αλλά απολύτως ο εαυτός σου. Έτσι πέρασες στο πάνθεον της μουσικής Φλώρινας.

Το 1964 Κατεβαίνεις στην Αθήνα. Αλλάζει η ζωή σου. Ένας άνθρωπος που πίστεψε στο ταλέντο σου πληρώνει την διαμονή και τα έξοδα του Ωδείου. Ήταν τότε όνειρο άπιαστο για κάθε ταλαντούχο μουσικό της Φλώρινας αυτό. Κι εκεί άρχισες τις παραξενιές σου. Δεν το τελείωσες ποτέ. Το παράτησες, όπως παράτησες και τον άνθρωπο που σε βοήθησε Απέκτησες μια συμπεριφορά αδικαιολόγητη. Μεθούσες από το ίδιο σου το ταλέντο. Αργότερα όμως ούτε εκείνο στάθηκε ικανό να σε γλιτώσει από τη μέθη της άλλης λέξης. Εκείνης που, από περιστασιακή συνήθεια, έγινε εξάρτηση και στο τέλος ανίκητη έξη. Κι όμως, για όλους εμάς ήσουν πάντα ο Τέντας. Ο Γιώργος. Γνώρισες τη μουσική νύχτα της γοητευτικής Αθήνας εκείνης της εποχής. Τραγουδούσες όπου ήθελες και με όποια ορχήστρα ήθελες. Σε προσλάμβαναν αμέσως, χωρίς καν να χρειάζεται ακρόαση. Τραγούδησες στη θρυλική ταβέρνα «Στου Θεόφιλου», που σε αγάπησε σαν παιδί του. Ήσουν πραγματικά στο στοιχείο σου. Μετά τις βραδινές παραστάσεις μαζεύονταν εκεί καλλιτέχνες για ένα πιάτο σπιτικό φαγητό και μουσική με κιθάρα. Εκεί είχε πρωτοτραγουδήσει η Μούσχουρη. Εκεί γνώρισες και τη Δανάη, το αηδόνι του Αττίκ. Μαγεύτηκε από τη φωνή σου και σε πήρε κοντά της για να σου διδάξει όλα τα μυστικά της μουσικής. Και έχει πολλά μυστικά η μουσική. Μαθήτευσες δίπλα στον μύθο. Και έφτασες να μοιράζεσαι την σκηνή με την πιο κορυφαία τραγουδίστρια.
«Τέτοια μουσικότητα φωνής», έλεγε εκστασιασμένη, «δεν συνάντησα ποτέ στη ζωή μου.»

Ο Θεόφιλος είχε ένα κάμπινγκ στην παλιά Επίδαυρο. Σε πήρε μαζί του. Εκεί έκανε διακοπές ο καλλιτεχνικός κόσμος. Δεν μπορώ ακόμα να φανταστώ, τι μελωδικές βραδιές θα έζησες μαζί τους. Κι όμως, τους άφησες και τους δύο. Και τον Θεόφιλο και την Δανάη.
Μόνο οι τσιγγάνοι δεν έχουν μόνιμο στέκι. Ξέρουν όμως πάντοτε πού πηγαίνουν και, κυρίως, έχουν μαζί τους την οικογένειά τους. Εσύ ήσουν παντού μόνος. Μοναδική σου συντροφιά ένας άνεμος που σε παρέσερνε όπου εκείνος ήθελε. Ίσως είχες γεννηθεί για να πετάς. Κι όσοι γεννιούνται με φτερά δυσκολεύονται να περπατήσουν ανάμεσα στους ανθρώπους. Θα μπορούσες να είχες κάνει παγκόσμια καριέρα. Αν ήθελες. Και εσύ δεν το ήθελες. Τι ήταν αυτό που σε βασάνιζε; Ποιο αόρατο βάρος κουβαλούσες; Φόβος της αποτυχίας; Αμφιβολία; Για ποιον φόβο και για ποια αμφιβολία να μιλήσουμε. Όταν κρατούσες το πρώτο μέρος της μοντέρνας μουσικής στο περίφημο «Ζουμ» και προετοίμαζες την ατμόσφαιρα για να βγει στο δεύτερο, η μεγάλη Μαρινέλα, τότε δεν αμφέβαλες για τον εαυτό σου; Και να φοβάσαι, τι; Που στο δικό σου λεξιλόγιο δεν υπήρχε πουθενά, η λέξη φόβος; Μια παιδική πληγή ίσως που δεν έκλεισε; Δεν μάθαμε ποτέ. Δεν ξέρω τι προσδοκούσες στην ζωή. Αλλά περίεργο, οι απογοητεύσεις που ακολουθούν συνήθως τις προσδοκίες, δεν ήταν γραμμένες στην δική σου παρτιτούρα. Κάτι όμως υπήρχε.
Αγαπημένε μου φίλε, ίσως με όλα αυτά τάραξα τη γαλήνη σου. Θα σου πω όμως μια σκέψη που γεννήθηκε όπως έγραφα αυτές τις γραμμές. Μήπως τελικά, δεν ήσουν εσύ ο παράξενος, μήπως δεν ήσουν ο μοναδικός άνθρωπος που κάτι δεν πήγε όπως το ονειρεύτηκε; Όχι. Ας μην κάνουμε τους σοφούς. Ο καθένας κουβαλά το δικό του βάρος, μια αόρατη πέτρα δεμένη στην ψυχή του, που τον τραβάει αργά προς τον βυθό. Μόνο που η απώλεια των φίλων πονάει αλλιώς. Κι αν ήξερες πόσο αβάσταχτος γίνεται αυτός ο πόνος, όταν έρθει η ώρα να τον σηκώσεις μόνος σου… Είχες μια ξεχωριστή γοητεία, αλλά και μια ευαισθησία που δεν άφηνες ποτέ να φανεί. Για να την αντέξεις, άδειαζες και την τελευταία γουλιά από το ποτό σου πριν ανέβεις στο πάλκο. Τι σε βασάνιζε, φιλαράκι; Γιατί δεν έγιναν περισσότερες μόνο οι γουλιές, αλλά και τα ποτήρια. Τα άσχημα νέα έφταναν στη Φλώρινα πιο γρήγορα από τις επιτυχίες σου. Η μάνα σου ανησυχούσε. Παρακαλούσε τον Τζοβάνι να σε πάρει μαζί του, στο κουαρτέτο του, στη Γερμανία. Να σε προσέχει. Τραγουδήσατε σε όλη την Ευρώπη. Όμως το χούι δεν αποβαλλόταν. Στη Γαλλία τούς άφησες να γυρίσουν μόνοι τους. Καμία φροντίδα, καμία συμβουλή δεν σε άγγιζε πια. Τότε ξεκίνησες ένα μοναχικό ταξίδι σε όλο τον κόσμο. Σαν άλλος Οδυσσέας. Μόνο που εκείνος είχε συντρόφους να τον στηρίζουν και, πάνω απ’ όλα, είχε έναν προορισμό. Τον περίμενε η Ιθάκη του. Έφτασες μέχρι τη Νότια Αφρική του Απαρτχάιντ, ατρόμητος σαν τον μυθικό ήρωα. Επιστρέφοντας, έψαχνες κι εσύ το δικό σου λιμάνι, γεμάτος περιπέτειες, όπως λέει ο ποιητής. Μόνο που, παραφράζοντας τους στίχους του, γύρισες χωρίς τη γνώση που χαρίζουν τα ταξίδια και με τις ίδιες συνήθειες να σε κυνηγούν. Διάλεξες για λιμάνι το νησί των Φαιάκων. Η Κέρκυρα σου άνοιξε την αγκαλιά της. Μα ακόμη πιο διάπλατα σου την άνοιξε η Τζίνα, που σε ερωτεύτηκε. Και προς έκπληξη όλων, αρραβωνιαστήκατε.
Με τον Δάντη στο πιάνο δείξατε στους Κερκυραίους πως μουσικές ιδιοφυΐες δεν γεννιούνται μόνο στην Κέρκυρα. Εκεί γνώρισες τον μεγάλο συνθέτη Γεράσιμο Λαβράνο. Ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να σε κάνει γνωστό σε όλη την Ελλάδα. Ηχογραφήσατε έναν δίσκο. Θαύμα! Γιατί εγώ τον άκουσα. Κι όμως, τότε δεν πέταξες απλώς την τύχη σου. Την έστειλες οριστικά στα σκουπίδια. Ζήτησες ποσοστά από τις πωλήσεις αντί για αμοιβή. Μιλούσες με τον Λαβράνο, όχι με τον Τάβη στη Φλώρινα. Και φυσικά ο δίσκος δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Ενός κακού μύρια έπονται. Χώρισες με την Τζίνα. Δεν έφυγες εσύ, όπως συνήθιζες. Αυτή τη φορά έφυγε εκείνη. Δεν άντεχε να σε βλέπει έτσι. Σπάραζε…
Δεν χάνεσαι ακόμη. Τι στο καλό! Δώσαμε πέντε κιλά κερί στην εκκλησία! Η διαμαντένια φωνή σου εξακολουθούσε να λάμπει. Μαζί με τον Σάκη τον Μπράβα, στο «Εμπατή» της Θεσσαλονίκης, σκορπούσατε μελωδικά όνειρα. Μετά λικνιστήκαν οι νεαροί Θεσσαλονικείς στις μελωδίες σου, στο ιστορικό «Αριγκάτο». Ύστερα έφυγες… Δεν μπορούσες πια να βγάλεις το πρόγραμμα. Είχες γίνει όμηρος εκείνου που κάποτε διάλεξες για καταφύγιο. Σου απέμενε η Αθήνα, εκεί όπου πρωτοξεκίνησες. Όμως δεν σε υποδέχτηκε όπως περίμενες. Δεν ήσουν αυτός που έδειχνες. Πληγωνόσουν εύκολα. Μόνο οι πολύ κοντινοί σου γνωρίζαμε την ευαισθησία, που έκρυβες βαθιά μέσα σου. Δεν έβρισκες δουλειά. Και αυτό ήταν ό,τι πιο σκληρό μπορούσε να σου συμβεί. Πουλούσες ό,τι είχες για να επιβιώσεις. Κοιμόσουν όπου έβρισκες. Τότε χτύπησε το καμπανάκι στην οικογένεια. Είχες ακόμη τους δικούς σου. Ήρθαν από τη Γερμανία η Ζωή και ο Γιάννης. Σε πήραν μαζί τους. Σε βοήθησαν να αποτοξινωθείς. Τους έδειξες ότι τα καταφέρνεις. Δεν τους έπεισες όμως εντελώς… Έπεισες, αντίθετα, τους Γερμανούς.
Γράφτηκες στο Ωδείο του Βισμπάντεν, στην τάξη των ελαφρών βαρυτόνων. Οι υπεύθυνοι απορούσαν πώς ξέφυγε από την Ελλάδα μια τέτοια φωνή. Και τότε συνέβη κάτι που μοιάζει βγαλμένο από έργο επιστημονικής φαντασίας. Υπέγραψες συμβόλαιο με την Όπερα του Μάνχαϊμ. Σκέψου μόνο τι θα είχε συμβεί αν αυτό γινόταν είκοσι χρόνια νωρίτερα. Όμως η μοίρα ήταν αδυσώπητη. Με το ταλέντο σου επιβλήθηκες στους Γερμανούς, αλλά πάλι δεν κατάφερες να νικήσεις τις αδυναμίες σου. Ύστερα από τρεις μήνες το συμβόλαιο λύθηκε. Ήταν αδύνατο να ανταποκριθείς.
Η Φλώρινα σε δέχτηκε ξανά. Εκεί σε λάτρευαν. Ξαναβρήκες παλιούς, αγαπημένους φίλους. Γαλήνεψες. Τραγούδησες πάλι μαζί τους, στις ταβέρνες, όπως τα παλιά. Όμως το πρόβλημα είχε γίνει πλέον πολύ σοβαρό. Η πτώση ήταν σκληρή και οδυνηρή. Κι όμως, δεν τα παράτησες. Συνέχισες την παράσταση της ζωής σου. Ήσουν σπουδαίος, φίλε μου. Συγχώνευσες την τραγικότητα με τον θρύλο. Μια φωλιά έψαχνες να κουρνιάσεις. Ίσως ούτε κι εσύ να ήξερες πού βρισκόταν. Ίσως να ήταν στη γειτονιά των Αγγέλων. Έδωσες την τελευταία σου παράσταση στα σκαλοπάτια του σπιτιού σου. Μια παράσταση για έναν μόνο ρόλο. Δεν ακούστηκε ούτε ένα χειροκρότημα. Ύστερα η αυλαία έπεσε…
Τελείωσα, Τέντα, φίλε μου. Σε ευχαριστώ που μου επέτρεψες να δω και τη δική μου ζωή μέσα από τη δική σου. Πάντα φίλος σου, Αργύρης
Υ.Γ. Αν δεν θυμάσαι εσύ, θυμάμαι εγώ. Ήταν Σεπτέμβρης του 1988. Και ήσουν μόλις σαράντα χρονών… Πώς κατάφερες να συμπυκνώσεις τόση ζωή, σε σαράντα χρόνια ρε φίλε…


