Οι τυμπανιστές ήταν κοντοί…

Γράφει ο Αργύρης Λούστας |

Για του λόγου το αληθές,
Ό,τι γράφουμε συνέβη,
αλλά τίποτε δεν συνέβη όπως το γράφουμε.
Γκαίτε

Την εποχή της μαγευτικής μας εφηβείας, κανέναν δεν ενδιέφερε πόσο ψηλός ή πόσο μετρίου αναστήματος ήταν. Λέω μετρίου, γιατί η λέξη κοντός κουβαλάει και μια έννοια χλευασμού μέσα της. Ας πούμε πως η παρέα, εκτός μιας η δυο εξαιρέσεων ήταν μετρίου αναστήματός, όπως το σύνολο των μαθητών. Η διαφορά λίγων πόντων προς τα επάνω, δεν έπαιζε κανέναν ρόλο. Οι επιδόσεις στα μαθήματα, εξάλλου δεν ήταν ανάλογες του ύψους. Πολλές φορές μάλιστα ήταν αντιστρόφως ανάλογες. Οτιδήποτε άλλο ήταν για όλους το ίδιο. Μια σκέψη μόνο μας βασάνιζε για καιρό, όπως βασάνιζε και τους ψηλούς. Οι σχέσεις μας με το άλλο φύλο. Δεν μας καθησύχαζε το γεγονός, πως και οι μαθήτριες του Θηλέων, είχαν το ίδιο μπόι με μας. Χαριτωμένες κοντούλες. Άλλα πρότυπα ίσχυαν για τα κορίτσια τότε. Τα μάτια της γυναίκας όμως ξεγελιούνται, καμία φορά. Άλλοι μη ουσιώδεις λόγοι μπορεί να την επηρεάσουν και η αντίδραση ξαφνιάζει.

Δεν αργήσαμε όμως να καταλάβουμε πως η λυδία λίθος της ερωτικής έλξης, δεν επηρεάζονταν από τις ιδιοτροπίες της μεζούρας. Χαλαρώσαμε. Από την άλλη υπήρχαν και κάτι σοφιστείες, του τύπου… κάθε ψηλός και άμυαλος… που βεβαίως δεν ήταν επιβεβαιωμένες, αλλά στα δύσκολα, μια χαρά βολεύαν. Ήταν το τελευταίο μας χαρτί. Τελικά το πήραμε απόφαση. Δεν θα ψηλώναμε. Ένα πράγμα όμως ήταν περίεργο. Ούτε οι ψηλοί ήθελαν να ψηλώσουν. Παρότι ψηλοί είχαν και αυτοί, ένα κόμπλεξ κατωτερότητας, ή φαίνονταν ότι είχαν. Περπατούσαν καμπουριαστά, σαν να ήθελαν να κρύψουν το μπόι τους. Σαν να ντρέπονταν για αυτό.

Όλα ήταν τέλεια λοιπόν…

Ζούσαμε μια υπέροχη ζωή με όλες τις ελλείψεις και αδυναμίες της εποχής, Τίποτα δεν έδειχνε πως όλα αυτά μπορούν να ανατραπούν σε μια στιγμή. Και έξαφνα ήρθε ένας ορμητικό τυφώνας μια θύελλα, από αυτές που ξεριζώνουν δέντρα. Τίναξε στον αέρα όλα όσα είχαμε βάλει σε τάξη και σκόρπισαν κάθε συναίσθημα που γλύκαινε την ψυχή μας. Ήρθε με ημερομηνία και δόξα. 25 Μαρτίου, Επανάσταση του 1821, και εορτή του Ευαγγελισμού. Από κοντά και η καθιερωμένη παρέλαση. Τι σχέση μπορεί να έχει το καριοφίλι του 1821, ή η Θεοτόκος με την παρέλαση. Καθόλου δεν μας απασχολούσε, Στην δεδομένη όμως στιγμή είχε. Περιμέναμε τις παρελάσεις πώς και πώς. Στον χώρο αναμονής πριν βγούμε στον κεντρικό, είχαμε μια από τις σπάνιες ευκαιρίες, να βρεθούμε τόσο κοντά, με τους απαγορευμένους έρωτες μας, χωρίς να δίνουμε στόχο. Καθώς είχαμε φτάσει στις μεγαλύτερες τάξεις του Γυμνασίου έπρεπε να παρελάσουμε και εμείς.
Δεν διαφωνούσαμε, καταρχήν. Αλλά εδώ εμφανίστηκε ο τυφώνας που στερούσε την χαρά, που μας έδινε η παρέλαση.
Καθηγητή σωματικής αγωγής, είχαμε έναν ξερακιανό, κοκκινοτρίχη, με μουστάκι, κόκκινο και αυτό. Τον Λίτσα. Επίμονος, εγωιστής και φανατικός της απόλυτης πειθαρχίας. Ξεροκέφαλός. Επέλεξε αυτούς που είχαν καλό βαθμό στο μάθημα της γυμναστικής. Ανάμεσα τους και εμείς και βάλθηκε να μας κάνει πεζοναύτες του ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών. Δημιούργησε τετράδες, φυσικά ανάλογα με το ύψος. Βρεθήκαμε τελευταίοι.
-Πότε ψήλωσαν όλοι αυτοί, είπε φουρκισμένος ο Κρίτων
-Ούτε ο θεός το θέλει, συμπλήρωσε ο Χρήστος. Με τι μούτρα θα βγούμε στην κοινωνία.
-Μα τελευταίοι;

Άρχισαν οι πρόβες. Μόνο στο παράγγελμα «μεταβολή», είμασταν πρώτοι. Για λίγο. Έπρεπε να βρεθεί λύση. Σύντομα. Για επανάσταση ούτε λόγος και η Θεοτόκος δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με μας. Να κάνουμε τον άρρωστο; Ένας ναι. Τέσσερις, που αποτελούσαμε την παρέα των μετρίων; Αδύνατον.

– Το «Θηλέων» έχει οκτώ τυμπανίστριες. Δήλωσε ο Κρίτων. Και όλες κοντές. Πρώτες στην παρέλαση, μπροστά ακόμα και από την σημαία. Γιατί όχι και των Αρρένων.
Έξυπνο και πραγματοποιήσιμο. Αρκεί να το θέλει και ο κοκκινοτρίχης. Το ήθελε. Το «Αρρένων» δεν είχε ποτέ τύμπανα. Ο ονειροπόλος γυμναστής, φαντάστηκε τα εύσημα πού θα του απένειμε ο Γυμνασιάρχης. Ονειρεύτηκε πως η πρωτοπόρα ενέργεια του θα γραφεί με χρυσά γράμματα στο βιογραφικό του, στο τέλος της θητείας του, ως καθηγητή σωματικής αγωγής.
Δεν ήξερε τι τον περίμενε.

Οκτώ τύμπανα αστραφτερά μας περίμεναν. Βρήκαμε και άλλους δυο ξέμπαρκους, οκτώ στο σύνολο. Τα πήραμε και ξεκινήσαμε τις πρόβες. Για να μην μας βλέπουν μα περισσότερο για να μην μας ακούν, λημεριάσαμε σε μια χαράδρα λίγο πιο πάνω από το καφενεδάκι του Τάσου και του Μπόλη. Άσχετοι και αδαείς με το αντικείμενο αρχίσαμε να βαράμε τα τύμπανα, ο καθένας στον ρυθμό που του κάπνιζε. Ένας βαρούσε τόσο δυνατά που κόντευε να σπάσει η μεμβράνη. Άλλος θυμήθηκε τα νταούλια του χωριού του, έπιασε να βαράει σε ρυθμό Πουστσένο. Προμηνύονταν συμφορά.

– Θα μας διώξουν από όλα τα γυμνάσια της Δυτικής Μακεδονίας, Είπε ο Νόβας.
Είχα κάποιες γνώσεις σχετικά με τους ρυθμούς από την μουσική. Δέχθηκαν να βοηθήσω.
– Όπως σε όλα τα όργανα, έτσι και εδώ έχει σημασία να παίζουμε απαλά. Να κουνάμε τον καρπό, όχι όλο το χέρι. Υπάρχουν πολλοί ρυθμοί. Εδώ θέλουμε έναν ρυθμό για εμβατήρια. Τα εμβατήρια είναι γραμμένα σε ρυθμό τεσσάρων τετάρτων.
Αντέδρασαν ομαδικά.
Ωχ και εδώ μαθηματικά. Δηλαδή τι εννοείς.
Είδα την δυσκολία.
– Ας το αφήσουμε αυτό. Πώς να σας το εξηγήσω τώρα. Θέλει χρόνια. Συνεχίζουμε. Κάθε χτύπος σε ένα πόδι, ταράμ στο δεξί ταρατατζούμ στο αριστερό, ένα δυο ένα δυο. Πάμε.
– Πως να κρατάμε αυτά τα ματσούκια; Ρώτησε ο Πέτσες που έπαιζε το πουστσένο.
Θύμωσε ο αγχωμένος Μποχάρ. Του έριξε ένα βλέμμα όλο φαρμάκι.
– Ο παππούς σου κρατάει ματσούκι, για τα γίδια, αυτά λέγονται μπαγκέτες. Μπά-γκέ-τες. Δώσε προσοχή στον μαέστρο, και άσε τις εξυπνάδες γιατί μου μυρίζεται ξύλο.
– Πρώτα τραγουδάμε ένα εμβατήριο, στην αρχή δυνατά είπα. Ύστερα το μουρμουρίζουμε. Το τραγούδι θα δίνει τον ρυθμό στα τύμπανα και τα τύμπανα στον βηματισμό.
Πχ. Πάνω εκεί, – μπαμ στις Πίνδου μας, – μπαμ τις κορφές – μπαμ.
– Τι νομίζεις ότι παίζεις Πέτσε; Πες μας να ξέρουμε, ρώτησε ο Τάκης. Και καμήλα που πάει πάνω κάτω μπερδεύεις.

Κατεβήκαμε στον «Νέο Δρόμο». Αντιλάλησαν τα βουνά από το τραγούδι και τις άρρυθμες τυμπανοκρουσίες. Ένας από πίσω βαρούσε κόντρα στον ρυθμό.
– Τι κάνεις ρε;
– Δεν μπορώ με το δεξί αφού είμαι αριστερόχειρας.
– Και γιατί δεν το λες ρε μπούφο;
Είχε φορέσει ανάποδα το τύμπανο.

Έφτασε η μεγάλη μέρα. Κάτι καταφέραμε. Τον κακό μας τον καιρό καταφέραμε, που λέει και ο λαός.
– Λοιπόν το σύνθημα για να βαράμε είναι δυο χτύποι, ταράμ ταράμ από τον Κρίτωνα. Αλλιώς μούγκα τα τύμπανα.

Ντύθηκε η πόλη τα καλά της. Γέμισε ο κεντρικός με κόσμο. Είχαν ακούσει πως πρώτη φορά θα είχε τύμπανα το Αρρένων. Πόλη με μουσικές γνώσεις η Φλώρινα. Περίμεναν να ακούσουν τουλάχιστον το εμβατήριο του Ραντίνσκυ. Κινήσαμε. Πρώτοι μπροστά από την σημαία του Γυμνασίου. Κουστουμαρισμένοι με γραβάτα. Μέχρι την κουκουβάγια του πηληκίου έπλυνε η μάνα μας. Με τα άσπρα γαντάκια κρατούσαμε τις μπαγκέτες που σε λίγο θα έβγαζαν λάδι από το σφίξιμο που έφερνε το άγχος. Παίξαμε και μερικά μέτρα μέχρι να φτάσουμε στην αφετηρία. Μπέρδεψαν τον βηματισμό οι μαθητές.
– Ένα στο αριστερό φώναζε ο κοκκινοτρίχης. Δεν κατάλαβε ότι δεν έφταιγαν τα γυμνασιόπαιδα.

Η μπάντα του Δήμου είχε προηγηθεί και είχε σταθμεύσει απέναντι από τους επισήμους. Παιάνιζε σταματούσε για λίγο και συνέχιζε. Καθώς φτάναμε στους επισήμους, εκεί στον πρώτο στρατιώτη παραστάτη, ούτε εμείς παίζαμε ούτε η μπάντα. Ένα στο αριστερό ψιθύριζε ο γυμναστής. Τα Γυμνασιόπαιδα εισέπρατταν ατελείωτα χειροκροτήματα, για τον τέλειο βηματισμό τους.

Τότε έγινε το κακό. Ακούστηκαν δυο χτύποι τυμπάνου από την μπάντα του Δήμου, που ωιμέ, είχαν το ίδιο σύνθημα με μας, για να αρχίζουν να παιανίζουν. Τα έχασε ο Πέτσες που στις φλέβες του, δεν κυλούσε αίμα, αλλά ενεργοποιημένο άγχος. Νόμισε ότι ήταν το δικό μας. Άρχισε να βαράει. Τι να βαράει δηλαδή. Ρυθμός για τον γάμο του καραγκιόζη. Μπέρδεψε το σύνθημα.
Τι συνέβη ακριβώς. Στην μπάντα του Δήμου, πρώτο και καλύτερο κλαρίνο ήταν το ξαδελφάκι μου ο Νίκος. Χρόνια παρέα, με τις κιθάρες μας. Μας έδενε μια αγάπη που ξεπερνούσε την συγγενική σχέση. Χάρηκε τόσο που με είδε μπροστά από όλο το Γυμνάσιο και θέλησε να πλουτίσει το πέρασμα μας από τους επίσημους με θούρια.
– Μαέστρο ο ξάδελφος!
Δεν του χάλασε χατίρι ο Μαέστρος. Δυο χτύποι τυμπάνου και ξεκίνησε η μπάντα του Δήμου να παιανίζει το εμβατήριο της καταστροφής.
Γιατί βρε Νικολάκη!!!
Τι να κάνουμε, είπαμε να καλύψουμε τον Πέτσε. Έγινε χειροτέρα. Βαρούσαμε εμείς, βαρούσε άλλον ρυθμό η μπάντα. Σκηνές γκροτέσκο. Οι μαθητές τα έχασαν, μπέρδεψαν τον βηματισμό. Μπερδέψαμε εμείς την μπάντα. Δεν ήταν ρυθμός για παρέλαση. Ήταν στην κυριολεξία, ένας ρυθμός μεταξύ εμβατηρίου, καρσιλαμά και ζεϊμπέκικου καμηλιέρικου.
Οι επίσημοι αναρωτιόνταν. Κοίταζε ο ένας τον άλλον. Δεν κατάλαβαν τι έγινε. Και πότε κατάλαβαν, εδώ που τα λέμε! Μακριά πάντα από την πραγματικότητα,.
Ο καημένος ο Λίτσας κόντευε να σωριαστεί. Το πρόσωπο του έγινε χαλκοπράσινο. Το ίδιο τα μαλλιά και το μουστάκι του. Αν είχε ένα πιστόλι θα αυτοκτονούσε. Εκεί επί τόπου.
Πρώτα όμως θα πυροβολούσε εμάς. Δεν έβγαινε η φωνή του. Συριχτά σαν φίδι που είναι έτοιμο να επιτεθεί είπε.
– Εξαφανιστείτε, ΤΩΡΑ. Και μην τολμήσετε να έρθετε ξανά στο σχολείο.
Το βάλαμε στα πόδια. Δεν ξέραμε που να κρυφτούμε. Άγνωστο ήταν και το μέλλον μας. Χιλιόμετρα μακριά κάτσαμε να ξαποστάσουμε. Βγάλαμε και από ένα τσιγάρο να πάνε κάτω τα φαρμάκια
– Αυτά συμβαίνουν είπε ο Τάκης απολογητικά, την κοινωνία όμως μπορούμε να την δούμε στα μάτια. Στανιάραμε κάπως. Ο Κρίτων τράβηξε μια ρουφηξιά και με ένα ύφος που δεν συμβάδιζε με το κάζο που πάθαμε είπε.
– Και τι ήθελε δηλαδή να του παίξουμε, το Μπολερό του Ραβέλ;
Ο αμίμητος Κρίτων.

Δεν ξαναπιάσαμε τύμπανο. Ούτε κανείς άλλος στο γυμνάσιο. Ίσως γιατί τώρα τα παιδιά είναι πάνω από το μέτριο, στο ύψος.
Χαθήκαμε με το τέλος της αποφοίτησης.
Κάπου κάπου ανταμώναμε. Μόνο ο Μποχάρ ο Δημήτρης όπως ήταν το κανονικό του χάθηκε, μια για πάντα, εκεί στα νερά της Μεγάλης Πρέσπας.
Αν παίζεις τύμπανο Τάκη εκεί πάνω, μην ξεχνάς. Τέσσερα τέταρτα είναι το εμβατήριο.

Αργύρης Λούστας

Ήταν 25 Μαρτίου του 1963

Shares

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Translate »