Βιβλιοπαρουσίαση της Δότας Σαρβάνη για το βιβλίο του Αργύρη Λούστα: «Νοσταλγίας χρέη ανεξόφλητα – Ιστορίες από τη Φλώρινα»
Γράφει η Δότα Σρβάνη |
Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι, καλημέρα σας. Μέρες που είναι, τα Χριστούγεννα, ανοίγουν την ολόλαμπρη αυλαία τους και γεμίζουν αστέρια τον κόσμο… Παιδιά γινόμαστε όλοι και επιστρέφουμε στην πιο όμορφη πατρίδα μας. Εκείνη της παιδικής μας ηλικίας. Και κάπως έτσι, αρχίζουμε να ξεφυλλίζουμε τη νοσταλγία… Αφορμή για όλα αυτά σήμερα, μας δίνει η καινούργια έκδοση της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Φλώρινας «Βασιλική Πιτόσκα». Το βιβλίο του Φλωρινιώτη Αργύρη Λούστα, με τίτλο «Νοσταλγίας χρέη ανεξόφλητα» και με υπότιτλο, Ιστορίες από τη Φλώρινα.
Μερικοί άνθρωποι, χρόνια σκοντάφτουν στα όνειρά τους, ξανά και ξανά. Κι εκεί που λες πως άργησαν, κάποιο από αυτά, δένεται στη κλωστή της τύχης και αποφασίζει να χαμογελάσει, στην πραγματοποίηση… Αυτό ακριβώς έκανε και ένα όνειρο του συγγραφέα. Στις 132 σελίδες του βιβλίου του, ανακάλεσε και συγκέντρωσε τις μνήμες του, από τα παιδικά και νεανικά του χρόνια.
Τόπος η Φλώρινα. Χρόνος οι δεκαετίες του 50 και του 60.
Σ’ αυτό εξιστορεί τη σχέση του, με την πολυαγαπημένη του πόλη. Και αφηγείται τον τρόπο ζωής, μιας ολόκληρης εποχής που πέρασε, ανεπιστρεπτί. Αφηγήσεις ολοζώντανες, με ήρωες υπαρκτά πρόσωπα, άλλες μικρές, άλλες μεγαλύτερες. Μια γλυκιά ή πικρή περιήγηση, στις αναμνήσεις του. Νοσταλγία αγαλλιάζουσα. Εντελώς αυτοβιογραφικές είναι οι ιστορίες του. Ο Αργύρης μας ταξιδεύει στις γλυκές του αλγηδόνες. Υφαίνουν την πορεία του, και την παρουσία του, στην αγαπημένη του γενέτειρα. Πάντα παρών στα γεγονότα που διηγείται. Είναι κομμάτι τους και είναι όλα αυτά, με τη σειρά τους, μέρος της ζωής του. Περνοδιαβαίνει στα σοκάκια της μνήμης του, σκέφτεται μεγαλόφωνα, σφιχταγκαλιάζεται με τα συναισθήματα, μιας καρδιάς ακοίμητης. Τίποτε δεν έγινε λήθη. Καμιά απουσία δεν κατάφερε να τα σβήσει. Σαν να μην έφυγε ποτέ…
Ένα βιβλίο πέρα για πέρα βιωματικό που σε μαγεύει με τις απίθανες ιστορίες του. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Η πρώτη αναφέρεται στις περίφημες φάρσες της εποχής. Η δεύτερη αναφέρεται στην οικογένειά του και κυρίως στη γιαγιά του, και η τρίτη κλείνει μέσα της, την λατρεμένη γειτονιά του. Προηγούνται βέβαια, το προλογικό της εξαιρετικής επιμελήτριας – φιλολόγου κυρίας Ντίνας Καραμπατάκη, δουλειά που θα την ζήλευαν πολλοί εκδοτικοί οίκοι, και το εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα. Γραφή γάργαρη, παραμυθένια, μνήμη εύφλεκτη, που σε κάνει να απορείς για το θυμητικού του. Ένας ανοιξιάτικος περίπατος στα παιδικά του χρόνια και στην άγουρη νιότη του. Περιηγητής πάντοτε στις αναμνήσεις του. Οι λέξεις του ακουμπούν εκεί που πρέπει. Με την αλήθεια του, με το φως που τους δίνει. Στέκεται εκεί που οι άλλοι προσπέρασαν, όπως κάνουν συνήθως οι καλλιτέχνες… Κάθε αράδα, επιστροφή σε μια εποχή αλλιώτικη. Την εποχή του… Όλοι κουβαλάμε στην καρδιά μας την δική μας εποχή. Εκεί που η αρχίζει να ανατέλλει ο κόσμος μας. Συνεχώς λοιπόν, στης νοσταλγίας τα μέρη. Φυτεύει το χθες, νά’ ρθει η βροχή της θύμησης, να το ποτίσει, να πετάξει φύλλα… Επιστροφή με τη γραφή. Λένε, πως όταν φεύγεις, ο τόπος που άφησες ομορφαίνει. Παραμένει αγέραστος… Δεν ζεις την αλλαγή του. Και τότε συνήθως, η επιστροφή, κουβαλά μια καταστροφή. Γιατί δεν βρίσκεις ίδιο ό,τι άφησες. Κι ούτε εσύ είσαι πια ίδιος… Έχει μεσολαβήσει ο χρόνος… Γι’ αυτό ο Αργύρης, βγάζει από μέσα του, ό,τι άφησε πίσω με το φευγιό του και το καταθέτει ατόφιο. Στις αποσκευές της μνήμης του, έχει κρατήσει τα καλύτερά του χρόνια… Δεν χρειάζεται καμιά μυθοπλασία. Γράφει ό,τι έζησε, όπως τα έζησε, με όσους τα έζησε… Με την αγορίστικη παρέα, των αγαπημένων φίλων του. Εκεί στην Κιουταχειαλίτικη γειτονιά, πίσω από την Ακαδημία.
Ο χρόνος τοποθετεί τις αφηγήσεις του, λίγο μετά τους δυο πολέμους, που τους έζησε δραματικά η Φλώρινα. Την φοβερή Κατοχή και τον αδελφοκτόνο Εμφύλιο, που αποτελείωσε το κουράγιο των συμπατριωτών του. Κι όμως, σ’ αυτό το ζοφερό τοπίο, η ζωή τολμά, εκεί στη δεκαετία του 50, να ξανανθίσει. Με ό,τι της απόμεινε. Με ό,τι μπορεί… Με μουσικές, με καντάδες, με χορούς, με τις περίφημες φάρσες μιας απίθανης ομάδας Φλωρινιωτών φαρσέρ, που μετέτρεπαν κάθε γεγονός σε γκροτέσκα παράσταση. Με αυτές αρχίζουν οι αφηγήσεις του συγγραφέα. Δεν είναι τυχαία η επιλογή, νομίζω. Ίσως για να βρουν τα πράγματα την ισορροπία τους… Οι φαρσέρ της Φλώρινας λοιπόν… Ο Πέτρος Φιλίππου, ο Μήτσος Λουκίδης, ο Γιώργος Πιτόσκας, ο Μόμτσης, ο Τάσος Παππάς, οι υπέροχοι Μπουνταλάδες, και άλλοι πολλοί, εμφανίζονται στις ιστορίες του σε ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα και το γέλιο εναλλάσσεται, με τη συγκίνηση… Έτσι χτίζουν από την αρχή τη ζωή που τους κατασπάραξε ο πόλεμος. Με ό,τι υλικά διαθέτουν. Με το σκαμπρόζικο πνεύμα τους, με τις σκανδαλιές τους, με την εξυπνάδα τους, με το …φαρμακερό χιούμορ τους, που όλοι θαυμάζουν. Ακόμη και τα… θύματά τους. Κι ας αναρωτιούνται μερικοί, μα πού το βρίσκουν το κέφι. Ξεχνούν, πως το πιο ωραίο εργόχειρο της ζωής μας, πλέκεται στον καμβά της νιότης μας. Για να ξαναρχίσουν τη ζωή, από εκεί που την άφησαν…
Και μόνο τη φωτογραφία του εξωφύλλου να δει κανείς, παίρνει μια γεύση από την…τρέλα τους. Θα μπορούσε το βιβλίο να εμπεριέχει δεκάδες τέτοιες φωτογραφίες/αποτυπώματα μιας άλλης εποχής. Επικοινωνούν θαρρείς με τα μάτια τους ο Πέρρος με τον Μήτσο οι συνεταίροι, και στήνουν το γαϊτανάκι τους, σε κάθε εύπιστο, που τους εμπιστεύεται… Η εκμεταλλεύονται την ελπίδα κάποιου και γίνονται σκηνοθέτες, ηθοποιοί, και τους παραπλανούν με ταλέντο απαράμιλλο. Μέχρι να φτάσουν στον στόχο τους. Πώς δεν αποκαλύπτονται, πώς δεν γελάνε, πώς τα καταφέρνουν; Ένας Θεός ξέρει…
Σαν να βλέπεις παλιές ασπρόμαυρες ταινίες, με το σπιρτόζικο σενάριο του Νίκου Τσιφόρου… Μεγαλουργούν με την πονηριά τους. Εδώ, πρώτο θύμα ο σπουδαίος ζωγράφος της Φλώρινας, αγαπημένος Κωστάκης Λούστας. Ο Αργύρης, δημιουργεί εικόνες δυνατές που εξιτάρουν τη φαντασία. Συναρπαστικά ρεαλιστικές… Με διαλόγους, που δεν σ’ αφήνουν αδιάφορο. Θυμώνεις, αγανακτείς, γελάς, συμμετέχεις…
Τα ίδια εκτυλίσσονται και στη δεύτερη αφήγηση, με τον τίτλο «ΟΥΝΤΡΑ». Ένας μέγας ποδοσφαιρικός αγών, τους κατεβάζει στην Έδεσσα. Σημαντικότατο γεγονός τότε… όλη η Φλώρινα στο πόδι. Με το τρένο, ή με το παλιό πράσινο Ford, που αγκομαχά στον δρόμο της Κέλλης. Ο καθείς με την πραμάτεια του και για τον δικό του λόγο. Η περιγραφή του ταξιδιού με όλα τα απρόοπτα, συναρπαστική. Σαν να ξεφυλλίζεις φωτογραφικά άλμπουμ άλλου καιρού. Μικρές ηθογραφίες, που μας διηγούνται, εκείνη την εποχή. Ήρωες τα ίδια πρόσωπα. Οι μυημένοι… Τάβης, ο Σωκράτης με το βιολί, ο Χάρι Τζέιμς της Φλώρινας, ο Αρτίμ ο Αρμένης, ο Κάλες, ο Μανώλης, ο Φώνης, και βάλε… Όλοι έτοιμοι. Με τις στολές τους, περιοδεύον θίασος… Στήνουν κι εκεί φάρσα, με πρόσχημα την Ούντρα την Αμερικανική βοήθεια και υπόσχονται τα πάντα σε όλους… Η αφήγηση και οι διάλογοι, μαγεύουν. Ρεαλιστικοί και ολοζώντανοι. Η είσοδος των Φλωρινιωτών στο γήπεδο, με αρχηγό τον Έφτο με τη γκάιντα, δείχνει το… μεγαλείο, των πραγμάτων… Κι όταν τους παίρνουν χαμπάρι, αντί για σκοτωμούς, στήνουν ένα τρελό γλέντι, που τους φιλιώνει. Κι όπως μας λέει ο συγγραφέας, θα τους διάλεγε, χωρίς δισταγμό, ο Μπρέχτ, για την Όπερα της πεντάρας.
Στη Τρίτη αφήγηση, στο τρυφερό VIBRATO μας μεταφέρει σ’ έναν αποκριάτικο χορό του «Αριστοτέλη». Από τα γεννοφάσκια του Αριστοτελικός ο Αργύρης, περιγράφει ονειρικά τα γεγονότα εκεί. Άλλωστε, ο χορός αυτός, αποτελούσε κοσμικό και πολιτιστικό γεγονός της πόλης. Ντυμένοι με τα επίσημα ρούχα τους, άντρες και γυναίκες, χορεύουν και γεύονται το φλερτ και τον έρωτα σ ένα ταγκό. Εκεί στήνεται μια άλλη φάρσα, για τον καημένο τον Ευθύμη τον βιολονίστα της ορχήστρας που κάνει το πιο τρελό του όνειρο, πραγματικότητα. Γνωρίζει τον μεγάλο Γεχούντι Μενουχίν, αλλά αυτός δεν είναι άλλος, από τον γοητευτικό Γιώργο Πιτόσκα… Δεν έμαθε ο Ευθύμης την αλήθεια ποτέ του. Έζησε με αυτή την βεβαιότητα. Διασταύρωσαν και τις παράλληλες ζωές τους με τον Κωστάκη Λούστα. Ένα βιολί ο αίτιος. Πολλή συγκίνηση μας δίνει εδώ ο συγγραφέας. Και γέλιο βέβαια… Πικρό.
Παντού στο βιβλίο, αντηχεί η μουσική. Σαν μουσική υπόκρουση, σε ρομαντικό φιλμ. Η μουσική που είναι η ψυχή του χρόνου. Και η ψυχή του Αργύρη. Εραστής της χορωδίας, κανταδόρος με υπέροχη φωνή, βιρτουόζος της κιθάρας, πιανίστας, την αφήνει να ξεχυθεί σε πολλές ιστορίες του βιβλίου του. Από το βιολί του Κωστάκη κι εκείνο του Ευθύμη στο Vibrato, από την ορχήστρα με τα χάλκινα στην Ούντρα, από τον καημό του φίλου του του Μιχαλάκη με τον καημό του Καζαντζίδη. Οι μουσικές του γνώσεις, σε εκπλήσσουν. Διαβάζοντας το Vibrato, άνοιξα πολλές φορές το λεξικό, για να βρω την σημασία πολλών μουσικών όρων. Και πανταχού παρών ο Αριστοτέλης. Ο σύλλογος που τους άνδρωσε και τους δίδαξε τη μουσική και το τραγούδι. Ο Αριστοτέλης είναι ιδέα, όπως διατείνεται ο συγγραφέας. Γιατί έπλασε ψυχές και καλλιτέχνες…
Αλλά ας επιστρέψουμε στις φάρσες… Όλοι αυτοί οι φαρσέρ, ήταν εξέχοντα πρόσωπα της Φλώρινας. Επιτυχημένοι επαγγελματίες, με απίθανο χιούμορ, περιζήτητοι στις παρέες, για τα αστεία τους. Κι αν το παρά τραβούσαν καμιά φορά, όλοι τους συγχωρούσαν. Τους γνώριζαν καλά άλλωστε. Ευτυχώς οι φάρσες τους είχαν πάντα χάπι εντ…
Στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου, πρωταγωνιστεί η γιαγιά του συγγραφέα, Αθηνά Λούστα. Η Τζαντάρκα. Δηλαδή, η πολύ δυναμική και θαρραλέα. Πανταχού παρούσα. Πολύ μπροστά από την εποχή της. Αγαπημένη του συγγραφέα. Μέσα από τη ζωή της, περνά όλη η ζωή της οικογένειας Λούστα. Οι αργυροχρυσοχόοι που κατέκτησαν την Κωνσταντινούπολη, η πλούσια ζωή εκεί, η επιστροφή και η προσφυγιά, εκεί στην Κιουταχειλίδικη γειτονιά. Ξετυλίγει ο συγγραφέας το γενεαλογικό δέντρο της γιαγιάς και μας οδηγεί στις ρίζες της. Έτσι βρίσκει και τις δικές του ρίζες. Από την Ήπειρο στη Νέβεσκα. Κι από εκεί στην Πόλη. Μεγάλη η ιστορία τους. Κι ο παππούς Αργύρης εκεί. Μετανάστης κι αυτός. Χρόνια δύσκολα, μα τα κατάφερε. Πολλές ιστορίες πλέκονται γύρω από τη γιαγιά. Βοήθησε τα παιδιά της με κάθε τρόπο, με γενναιότητα, αγάπησε τους πρόσφυγες, μόνη αυτή Βλάχα, ανάμεσα στους Κιουταχιαλήδες. Κι όπως περνούν τα χρόνια, ριζώνει εκεί. Μα πάντα κουβαλά τις μνήμες της, από την Πόλη, θησαυρό πολύτιμο. Την αγαπάει πολύ τη γιαγιά του ο συγγραφέας. Ζούσε μαζί τους. Όπως γινόταν σε όλη την επικράτεια τότε. Περιγράφει περιστατικά της καθημερινής της ζωής… Τα πράγματά της. Το μαγκάλι της, δίνοντάς μας στοιχεία εκείνης της εποχής, αλλά και την δυσκολία της, να προσαρμοστεί στο καινούργιο, όπως συμβαίνει με την τηλεόραση που εμφανίζεται…
Εκεί στην δεκαετία του 50, αποφασίζει να τον κάνει παπαδάκι, μαζί με τον φίλο του Μαχαμούχα, μια και είναι θρησκευόμενη και συναναστρέφεται τον γνωστό παπα-Χρηστίδη και τον παπα-Φώνη. Πολλοί θα συναντήσετε εκεί, την παιδική σας ηλικία. Είναι τέτοιες οι περιγραφές και οι περιπέτειες, που δεν μπορείς να μη το διαβάσεις. Εκεί θα συναντήσετε στερεότυπα, υποκρισία, τρόπο σκέψης απλοϊκό πολλές φορές, ίντριγκες, δοξασίες περί αγγέλων, το γέλιο, έρχεται μόνο του και σε βρίσκει. Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν… Μπερδεύονται ο παπα-Φώνης ο γιατρός της πείνας πριν, ο παπα-Χρηστίδης της εξομολόγησης, και γίνονται τελικά παπαδάκια. Κάποτε, όμως αρχίζουν να αλλάζουν τα ενδιαφέροντά τους και απεκδύονται τις στολές των αγγέλων, με τρόπο σπαρταριστό… Αποχωρίζεται τη γιαγιά του, όταν φεύγουν οικογενειακώς, για τη Θεσσαλονίκη. Εκείνη δεν τους ακολουθεί. Ίσως δεν αντέχει, κι άλλη προσφυγιά… Τη φροντίζει όλη η γειτονιά κι ο παπα-Φώνης… Ο ήρεμος θάνατος της γιαγιάς, φέρνει λύπη και πόνο στον συγγραφέα. Που με την πένα του, μας την μεταδίδει ολάκερη.
Στην Τρίτη ενότητα, αναφέρεται στην πολυαγαπημένη του γειτονιά την Αβράμικη, πίσω από την Ακαδημία και στους φίλους του. Βλάχος πρόσφυγας ο ίδιος, ανάμεσα σε Κιουταχειλήδες και Αρμένηδες. Δεν τους χωρίζει η ράτσα, όπως συνήθως συμβαίνει εδώ. Εκεί, όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές. Κι όλοι βοηθούν όποιον έχει ανάγκη. Με ό,τι έχει απομείνει από τους δυο πολέμους… Στην καθολική φτώχεια, αντιπαρατίθεται το κουράγιο, η αλληλοβοήθεια, το ενδιαφέρον, το νοιάξιμο, το μοίρασμα, η συμπερίληψη, η ενσυναίσθηση. Λέξεις που δεν είχαν εφευρεθεί ακόμη τότε, που γίνονται όμως πράξη ουσιαστική. Ακόμη και η λίγη χαρά, μέσα στη βιοπάλη, για την επιβίωση, μοιράζεται κι αυτή. Όλοι ίσοι και ίδιοι. Άλλοτε γελάς με τη ψυχή σου κι άλλοτε βουρκώνεις. Συνωστίζονται οι αφανείς ήρωες της καθημερινότητας εκεί. Οι φίλοι του πρώτα. Ο Βακίμ, ο Μαχαμούχας, ο Ισμηνάκης, ο Τσάγκας, ο Λίγδας, ο Θάνος ο χειροβομβίδας, ο Ισαάκ, ο Σιβηρίας και άλλοι. Όλοι με τα παρατσούκλια τους βεβαίως. Το παρατσούκλι του συγγραφέα, Αμερικάνος… Αλλά και οι άλλοι, οι μεγαλύτεροι της γειτονιάς. Ο παπα-Φώνης, ο Τράικος, ο παπα-χρηστίδης, επισκέπτης τακτικός, ο Σοφρώνης ο μπακάλης, ο Σαράντης ο κουρέας, η δασκάλα η Παρθένα και οι δυο φίλες της, η μητέρα του Χρυσούλα, ο δάσκαλος πατέρας του Νίκος, οι γονείς του Βακίμ, οι άλλοι γείτονες. Ήρωες, που συμβαίνει αρκετοί εδώ να τους θυμάστε, γιατί αποτελούν μέρος του κοινωνικού ιστού της Φλώρινας. Και την ιστορία μιας πόλης, την γράφουν οι άνθρωποι και οι έρωτές της. Τους αγαπάει τους ήρωές του ο συγγραφέας. Είναι οι δικοί του άνθρωποι. Οι ομοτράπεζοί του, στην παιδική του ζωή. Μαζί ζουν το κάθε τι. Τους αντιμετωπίζει με σεβασμό και τρυφερότητα στις αφηγήσεις του. Σαν τα πολύτιμα χειροποίητα κοσμήματα, που έφτιαχνε στο εργαστήρι του αργότερα ο αργυροχρυσοχόος Αργύρης. Τους έχει κλείσει στα τιμαλφή της καρδιάς του. Τριγυρίζουν γύρω από τις ίδιες σκοτούρες. Με τις ιδιαιτερότητες, με τα ελαττώματά τους. Αλλά πουθενά δεν υπάρχει αρνητική κριτική, από μέρους του.
Ο Αργύρης ζωγραφίζει γράφοντας ή γράφει ζωγραφίζοντας, τους ήρωες της καρδιάς του. Είναι πατρίδα του οι λέξεις. Μπορεί μ αυτές να αποδώσει καίρια, τα συναισθήματα, τη νοσταλγία, τη τρυφερότητα. Τους ενώνει η ίδια παιδική ηλικία. Οι ίδιοι καημοί. Το χέρι του πατέρα που σηκώνεται εύκολα κι αστράφτει χαστούκια, η αγανάκτηση και οι κατάρες της κουρασμένης μητέρας, το σχολείο που συνήθως τους είναι αδιάφορο… Άλλοι καιροί, άλλα ήθη… Παρηγοριά τους τα παιχνίδια τους, η παρέα τους, που μετρίαζε την έλλειψη της τρυφερότητας. Γιατί με μερικούς ανθρώπους συμβαίνει να μη χωρίζουνε ποτέ… Είναι Κατοχή στο Χαμένοι στη μετάφραση. Οι Γερμανοί κάνουν επίταξη στο σπίτι του Νίκου του δασκάλου. Όλη η γειτονιά ανάστα. Τους μισούν. Είναι εχθροί, αν και δεν τους δημιουργούν σχετικά πρόβλημα. Ο πόλεμος δεν έλεγε να σταματήσει, να ξεκουμπιστούν οι Φίτσιδες. Και μέσα σ αυτό το κλίμα, τα παιδιά που είναι πάντα παιδιά, καταμεσής του χειμώνα, συνεχίζουν τα παιχνίδια τους, στο χιόνι. Γλυστρούν στην κατηφόρα με τη ξύλινη σκάλα, με υποτυπώδεις σάινες και κάνουν τους κατακτητές να σκάνε από ζήλια. Κι αν όπως λένε οι Εσκιμώοι έχουν 50 λέξεις για το χιόνι, ετούτοι εδώ οι διάβολοι εφευρίσκουν 50 παιχνίδια, για να χορτάσουν το χιόνι τους. Κι όταν ξεκουμπίστηκαν πια, ένα γράμμα τους, δώδεκα χρόνια μετά, κάνει τραγελαφική την κατάσταση, με την μετάφραση του μετανάστη στη Γερμανία, Ισαάκ… Κάπου χάνονται μια γειτονιά ολόκληρη, στη μετάφραση… Πού τα βρήκε ο συγγραφέας τα γερμανικά; Πώς θυμάται τόσες λεπτομέρειες; Εδώ η πραγματικότητα ξεπερνά κάθε φαντασία. Πρωταγωνιστούν, η έλλειψη γλωσσομάθειας η αφέλεια, η ευπιστία και η άγνοια… Στην επόμενη αφήγηση, το Κοτσάνι, μαθαίνουμε τα εκπαιδευτικά πράγματα της εποχής. Ο τότε Επιθεωρητής στο σχολείο, η αγωνία των εκπαιδευτικών, μια και από αυτόν εξαρτιόντανε η προαγωγή τους, οι διακρίσεις, το μέσον, εκεί στην δεκαετία του 60. Δασκαλοπαίδι ο συγγραφέας, τα γνωρίζει καλά… Και την πλήρωναν οι μαθητές… Πώς να μη βουρκώσεις με τον γλυκύτατο μελαχρινό Βακίμ, με το τρέγκαλο στη τσέπη, όταν πίνει όλη τη μελάνη, να πεθάνει, να γλυτώσει από την δασκάλα που του φέρεται άσκημα. Πόσο όμορφα τον περιγράφει ο συγγραφέας στο Κοτσάνι. Κι φεύγει ο Βακίμ μετανάστης στη μακρινή Αυστραλία και προκόβει, κουβαλώντας στη πλάτη του τη μοίρα χιλιάδων Ελλήνων, που τότε έφυγαν να χτίσουν τον κόσμο. Αφηγήσεις που μπορούν να γίνουν σενάρια, ή θεατρικά έργα… Η μεταπολεμική ιστορία της Φλώρινας…
Και το βιβλίο τελειώνει, με την αφήγηση «Η Σελήνη του χιονιού». Εδώ περιγράφεται η σχέση της παρέας, με το χιόνι. Τα παιχνίδια τους με αυτό, το όνειρό τους να γίνουν σκιέρ, δίπλα τους ήταν η Βίγλα. Ήταν προέκτασή τους το χιόνι. Δυνατοί και ελεύθεροι, όπως λέει ο συγγραφέας, ένιωθαν με την ασπρίλα του, εκεί στην Αβράμικη γειτονιά. Οι διάλογοι μεταξύ τους, τα αυτοσχέδια έλκηθρα. Αρχηγός και πάλι ο Βακίμ. Εκεί ,μαθαίνανε και τα απαγορευμένα της ζωής, κατά τον συγγραφέα. Τα κορίτσια, τον έρωτα, τα μαγευτικά σκιρτήματα. Κάπνιζαν κάπου κάπου και κρυφά… Εκεί και οι σπουδαίοι σκιέρ της Φλώρινας. Ο Μπάρας, ο Κοΐδης, ο Γιάννης ο Παυλίδης, ο Παρασκευαΐδης και ο Βυζάντης που τους πάει με το στρατιωτικό τζέιμς χαράματα, να τους μάθει σκι. Σ’ ένα μήνα όργωναν τις πίστες… Κι αποφασίζουν να κατέβουν με τα σκι από τη Βίγλα, μια φεγγαρόφωτη νύχτα μόνοι τους. Εγχείρημα παράτολμο. Τι ωραία είναι η περιγραφή της προετοιμασίας. Εδώ στήνει ο ζωγράφος Αργύρης το καβαλέτο του και ζωγραφίζει με τις λέξεις του, όλη αυτή τη μαγευτική κατάβαση. Τον έναστρο ουρανό, τη χειμωνιάτικη νύχτα, τα χιονισμένα δέντρα, τον παγωμένο αέρα, την ασάλευτη φύση, αλλά και την αγωνία και τον φόβο τους, την εγκατάλειψη στην ανημπόρια τους, το σκοτάδι παντού… Και τις κουβέντες τους… Μόνοι στο σκοτεινό δάσος… Παραμύθι ζωντανό. Εικόνες φανταστικές που τους ένωσαν και τους άνδρωσαν… Κι όπως είχαν χάσει την αίσθηση του χρόνου, ο Θεός του χιονιού που λάτρευαν, τους βοήθησε…Φάνηκε η πανσέληνος στον σκοτεινό ουρανό και όλα πήραν φως. Και το θαύμα έγινε../στο βάθος/..φάνηκαν τα φώτα του Μπόλη. Κι αν δεν γνώριζαν το κάθε τι αυτά τα παιδιά, τα είχαν ζήσει όλα… Σε αντίθεση με τα παιδιά σήμερα, που γνωρίζουν πολλά, αλλά δεν έχουν ζήσει τίποτε… Είναι τόσο συναρπαστική αυτή η αφήγηση… Θα μπορούσε να γίνει υπέροχη ταινία… Γιατί, κατά τον συγγραφέα, το φεγγάρι είναι όμορφο, όταν το μοιράζεσαι… Κι από τότε κατέκτησαν με τα σκι, αμέτρητες χιονένιες πίστες. Τα παιδιά της σάινας, της σελήνης του χιονιού και του επίμονου ονείρου…
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Να λοιπόν που ξεφυλλίσαμε τη νοσταλγία του συγγραφέα Αργύρη Λούστα. Γελάσαμε με τις αμίμητες φάρσες. Απολαύσαμε εκείνη την παλιά ,ονειρική Φλώρινα. Νιώσαμε τον έρωτα να υπονοείται παντού, αλλά να παραμένει πάντα κρυφός και αβάσταχτα ρομαντικός… Κλωτσήσαμε όλες τις πέτρες στο δρόμο της ζωής μας, σαν τον ονειροπόλο Βακίμ. Συμπαθήσαμε τον Μιχαλάκη, που σφύραγε στις κηδείες σκοπούς του Καζαντζίδη. Αγαπήσαμε τη δυναμική γιαγιά Αθηνά, σε χρόνια δύσκολα… Θυμηθήκαμε τον παπα-Φώνη. Συγκινηθήκαμε με το μπλέξιμο των συμπαθών διδασκαλισσών. Κατανοήσαμε, μέχρι και τα…γερμανικά του γερμανομαθή Ισαάκ… Τρελαθήκαμε με την παρέα των παιδιών, στη Βίγλα. Και χαθήκαμε στη μαγεία μιας χειμωνιάτικης πανσελήνου στο χιόνι… Τους ζωγράφισε κιόλας, με το πενάκι του ο Αργύρης.
Σε κάθε αφήγηση και ένα σκίτσο… Και κυρίως, τους αγιογράφησε, στο τέμπλο της αγάπης του. Εξαίρετες περιγραφές, γλώσσα ρέουσα, που δεν κομπιάζει πουθενά. Οι μνήμες, γίνονται τα δακτυλικά αποτυπώματα της ζωής του και της ψυχής του. Δεν μοιάζουν με κανενός. Είναι εντελώς προσωπικές… Μας αφηγήθηκε μια εποχή που χάθηκε, όπως γίνεται, με όλες τις εποχές, που έρχονται και παρέρχονται, για να έρθουν άλλες…Οι αφηγήσεις αυτές, γίνονται το σάβανο της λήθης. Παραδίδονται στους νεότερους ολοζώντανες. Καμμιά ιστορία δεν τελειώνει, όταν υπάρχει έστω κι ένας που την θυμάται. Ο Αργύρης, δεν έπλασε έναν άλλο κόσμο. Μας σύστησε μονάχα τον κόσμο του, που φύλαξε επιμελώς ακέραιο, η νοσταλγία του… Βέβαια η νοσταλγία, δεν είναι πάντα σωτήρια, πολλές φορές εξιδανικεύει και ωραιοποιεί τα πράγματα, όπως λέει ο Αμερικάνος συγγραφέας Στίβεν Κίνγκ. Η νοσταλγία μετατρέπει το παρελθόν σε παράδεισο που ίσως ποτέ δεν υπήρξε… Όμως ποιος θέλει να φύγει από τους κήπους της ψευδαίσθησης, του προσωπικού του παραδείσου; Συνήθως, όσο ξανοίγεται η σκέψη, τόσο στενεύει η καρδιά… Εδώ ο συγγραφέας αφήνει ολάνοιχτα και τα δυο. Για να κατοικήσουμε αυτές της αφηγήσεις. Για να δούμε, πως ξεπλήρωσε τα ανεξόφλητα χρέη σου, προς την αγαπημένη του Φλώρινα. Αν και είμαι βέβαιη, πως έχει δεκάδες ακόμη να αφηγηθεί… Όμως στο τέλος, ο χρόνος είναι που τα παίρνει πάντα όλα…Ο χρόνος, ο μόνος πιστός εραστής του ανθρώπου…
Ένας αγαπημένος ποιητής λέει. Έι, πέρασε ο χρόνος. Και τι είπε; Πως δεν θα ξαναπεράσει ποτέ πια… Όμως ο Αργύρης τον αιχμαλώτισε στο βιβλίο του, αυτόν τον χρόνο. Κάθε φορά, που οι σελίδες του θα ανοίγουν, θα τινάζεται η σκόνη της λήθης. Και τα πράγματα πάλι θα μικραίνουν… Παιδιά θα γίνονται και θα ξανασυναντούν, εκεί πίσω από την Ακαδημία, την πραγματική ζωή… Με εξοφλημένα πια, τα ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ ΧΡΕΗ ΑΝΕΞΟΦΛΗΤΑ…
Σας ευχαριστώ.
Η παρουσίαση του βιβλίου «Νοσταλγίας χρέη ανεξόφλητα – Ιστορίες από τη Φλώρινα» του Αργύρη Λούστα, έκδοση της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης «Βασιλική Πιτόσκα» έγινε το πρωί της Κυριακής 21 Δεκεμβρίου 2025, στο Επιμελητήριο Φλώρινας.
Φωτογραφία εξωφύλλου: Αποκριάτικο γλέντι. Νίκος Ντούλης, Πέτρος (Πέρρος) Φιλίππου, Γιώργος Πιτόσκας.



