Οι οίκοι ανοχής της Φλώρινας
Γράφει ο Δημήτρης Μεκάσης |
Α. Περίοδος 1900-1940
Ο εξευγενισμένος λόγιος όρος «οίκος ανοχής» σημαίνει ότι και η αρχαία λέξη «πορνείο». Οι λέξεις αυτές χρησιμοποιούνται στην επίσημη ορολογία του αρχαιότερου επαγγέλματος. Στην τουρκοκρατία επικρατούσε η τούρκικη λέξη «κερχανάς», ενώ αργότερα επικράτησε η λέξη «μπουρδέλο».
Ο Κερχανάς
Τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, υπήρχε ένας και μοναδικός οίκος ανοχής στην πόλη μας, ο κερχανάς, αλλά οι προφορικές μαρτυρίες για αυτόν είναι ασαφείς. Βρισκόταν κοντά στην περιοχή του σημερινού Σιδηροδρομικού Σταθμού, και εξυπηρετούσε τους τούρκους στρατιώτες. Αυτός ήταν ο λόγος που ο κερχανάς βρισκόταν στην ανατολική μεριά της πόλης, και κοντά στο στρατόπεδο. Στον κερχανά εργάζονταν οι «οροσπίες», που σημαίνει πόρνες στην τουρκική γλώσσα. Αυτές εργάζονταν υπό την επίβλεψη και προστασία των «μπεζεβέγκηδων», δηλαδή των πορνοβοσκών. Οι οροσπίες κάθε βράδυ περίμεναν τους τούρκους στρατιώτες, για να τους αδειάσουν τις τσέπες προσφέροντας εμπορικό έρωτα, και στη συνέχεια τα χρήματα κατέληγαν στους μπεζεβέγκηδες, οι οποίοι ρύθμιζαν τα πάντα μέσα στο πορνείο. Οι τούρκοι στρατιώτες ήταν όλοι Κονιάρηδες, από τα βάθη της Ανατολής, και υπηρετούσαν την θητεία τους στα μέρη μας. Η θητεία αυτή κρατούσε μέχρι δέκα χρόνια, και όλο αυτό το διάστημα δεν πήγαιναν στα σπίτια τους, ούτε και παντρεύονταν. Επομένως το πορνείο ήταν μια διέξοδος για όλους τους Κονιάρηδες στρατιώτες.
Η ύπαρξη του κερχανά άφηνε αδιάφορους τους τούρκους της πόλης μας και σπάνια επισκέπτονταν αυτόν, επειδή ήταν μουσουλμάνοι με πολλές συζύγους. Όσο για τον χριστιανικό πληθυσμό της πόλης, τότε όλοι ήταν συντηρητικοί, αγνοί και προσηλωμένοι στην εκκλησία και την οικογένεια. Η χριστιανική κοινότητα κρατούσε τα ήθη και τα έθιμα, και τα μέλη της ελέγχονταν από τους άγραφους νόμους της παράδοσης.
Παρόλα αυτά όμως ο κερχανάς ήταν γνωστός σε όλους, αλλά χωρίς να προσελκύει κανέναν. Αντίθετα τον έβλεπαν με περιφρόνηση, και μάλιστα η ίδια η λέξη «κερχανάς» θεωρούταν κακή λέξη, ενώ η λέξη «κερχανατζής», ήταν βρισιά, που σημαίνει πελάτης των πορνείων στη τουρκική γλώσσα. Και όλα αυτά σε μια εποχή που δεν υπήρχαν αφροδίσια νοσήματα, και τα προβλήματα που δημιουργούν αυτά. Η περιφρόνηση του κερχανά στηριζόταν περισσότερο στην ηθική αντίληψη εκείνης της εποχής.
Μετά την απελευθέρωση και μέχρι τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, οι απόψεις για την πορνεία παρέμειναν σταθερές και αμετάβλητες για το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της πόλης μας. Όμως κατά την διάρκεια της Γαλλοκρατίας πολλά άλλαξαν και κυρίως άλλαξαν οι νεαροί οι οποίοι δέχτηκαν τα πρώτα μηνύματα της ελεύθερης ζωής από τον απόηχο της Μπελ Επόκ.
Τα μπουρδέλα
Το καλοκαίρι του 1916 έφτασαν τα γαλλικά στρατεύματα και αργότερα αρκετοί Ρώσοι στρατιώτες. Μετά τις πρώτες μάχες και αφού καθάρισαν την περιοχή και το μέτωπο του πολέμου μεταφέρθηκε πιο μακριά προς το Μοναστήρι, η ζωή στην πόλη μας ξαναβρήκε τον ρυθμό της.
Η γαλλική στρατιωτική διοίκηση φρόντισε να τακτοποιήσει σεξουαλικά το στράτευμα, φέρνοντας εισαγόμενες πόρνες από την χώρα τους και εγχώριες από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Οι πόρνες, εισαγόμενες και εγχώριες, κυκλοφορούσαν στα λασπωμένα και βρόμικα δρομάκια της πόλης μας, με ακριβά φανταχτερά και ελκυστικά ρούχα, ταράζοντας έτσι τα ήσυχα νερά της συντηρητικής και ήσυχης Φλωρινιώτικης κοινωνίας.
Την περίοδο αυτή λειτούργησαν πέντε πορνεία για στρατιώτες και ένα πορνείο πολυτελείας για αξιωματικούς. Το μπουρδέλο πολυτελείας ή «Πανσιόν» όπως το έλεγαν, βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού, κοντά στην σημερινή Δημοτική Αγορά επί της σημερινής οδού Σπηλιάδου. Τα κορίτσια, τα έπιπλα και η διακόσμηση ήταν ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Κοντά σε αυτό, στον ίδιο δρόμο υπήρχε άλλο ένα απλό μπουρδέλο. Κοντά στον σημερινό πεζόδρομο υπήρχε ένα ακόμη σπίτι για τους στρατιώτες. Ήταν στην οδό Αρχ. Παπαθανασίου μεταξύ των οδών Ν. Χάσου και Στ. Δραγούμη καθώς και άλλο ένα πορνείο στην γειτονιά Τσουκαλάδικα. Στον Κύκλο υπήρχε ένα πορνείο, στην γωνία επί της οδού Ι. Αρτη, που διατηρήθηκε και μετά τον πόλεμο. Και ένα μπουρδέλο υπήρχε σε μια ερημική τοποθεσία στο δρόμο προς το χωριό Σκοπιά, για φυσιολάτρες και ρομαντικούς στρατιώτες.
Πολλοί ισχυρίζονται ότι δεν υπήρχαν αφροδίσια νοσήματα στην περιοχή μας, πριν τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, και ότι η σύφιλη και η βλεννόρροια μεταδόθηκαν από τους Γάλλους και Σενεγαλέζους στρατιώτες. Τότε εμφανίστηκαν και τα προφυλακτικά στην πόλη μας, όχι όμως με σκοπό την αντισύλληψη, αλλά για την μείωση της μετάδοσης των αφροδισιακών νοσημάτων. Η αντισύλληψη μέχρι τότε γινόταν με πρακτικούς τρόπους.
Αυτήν την περίοδο πέρασε στο Φλωρινιώτικο λεξιλόγιο η λέξη «μπουρδέλο» η οποία αντικατέστησε την λέξη «κερχανάς». Τότε λοιπόν αρκετοί νεαροί άρχισαν να επισκέπτονται τα μπουρδέλα και να περνούν κάποιες ευχάριστες στιγμές με τα κορίτσια του. Οι πρώτοι αυτοί επισκέπτες χαρακτηρίζονταν ως «κερχανατζήδες», κακός χαρακτηρισμός σε μια κοινωνία που ακόμη δεν μπορούσε να δεχτεί το αρχαιότερο επάγγελμα.
Τα καφέ σαντάν
Στην πόλη μας λειτουργούσε ένα «καφέ αμάν», στην οδό Αβέρωφ, στο ύψος της οδού Ναούσης, από τις αρχές του 20ου αιώνα. Οι περισσότεροι όμως το θυμούνται ως «καφέ σαντάν», επειδή κατά την διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου είχε μετατραπεί σε καφέ σαντάν.
Το καφέ αμάν ήταν κέντρο διασκεδάσεως, με χορεύτριες που χόρευαν το χορό της κοιλιάς και τραγουδίστριες που τραγουδούσαν συνοδευόμενες από μια τούρκικη λαϊκή ορχήστρα.
Η ατμόσφαιρα μέσα ήταν αποπνικτική από τους καπνούς των ναργιλέδων, και τον μεγάλο αριθμό θαμώνων, που καθόταν σε μαξιλαράκια στο πάτωμα. Οι καφέδες, τα σερμπέτια και η μπόζα σερβίρονταν ελεύθερα, ενώ το τσίπουρο και το κρασί κρυφά επειδή το απαγόρευε η θρησκεία τους. Το καφέ αμάν βρισκόταν σε μια περιοχή με πολλούς καφενέδες στην ακροποταμιά, και όλες τις ώρες της ημέρας υπήρχαν «αραγμένοι» τούρκοι πίνοντας καφές και ρουφώντας ναργιλέ, αγναντεύοντας το ποτάμι και το βουνό.
Το βράδυ όμως, μόλις έκλειναν οι καφενέδες, άνοιγε το καφέ αμάν, και εκεί σύχναζαν οι πλούσιοι τούρκοι για να διασκεδάσουν με τις όμορφες γυναίκες του μαγαζιού. Στη συνέχεια κατέληγαν σε ένα σπίτι απέναντι από το καφέ αμάν για να συνεχίσουν την διασκέδασή τους ιδιωτικά. Αυτό το σπίτι ήταν των κοριτσιών, και εκεί έμεναν όλες οι τραγουδίστριες και χορεύτριες που εργάζονταν για κάποιο χρονικό διάστημα στην πόλη μας.
Την περίοδο 1916 – 19 το καφέ αμάν έγινε καφέ σαντάν με ευρωπαϊκές μελωδίες αλλά και αμανέδες, και εκεί διασκέδαζαν οι Γάλλοι στρατιώτες. Τότε άρχισαν να επισκέπτονται και οι Φλωρινιώτες το καφέ σαντάν και πολλοί έγιναν μόνιμοι θαμώνες του.
Το 1922 κατεδαφίστηκε το κτίριο του καφέ σαντάν για να φαρδαίνει ο δρόμος. Το καφέ σαντάν όμως δεν έκλεισε. Μεταφέρθηκε κοντά στον Κύκλο, και στεγάστηκε στο ισόγειο ενός σπιτιού, όπου στον πρώτο όροφο λειτουργούσε ένα μπουρδέλο που ξέμεινε από τον καιρό των Γάλλων.
Αυτή την περίοδο το καφέ σαντάν λειτουργούσε με μια μικρασιάτικη ορχήστρα που έπαιζε αμανέδες και άλλες μελωδίες. Τότε το καφέ σαντάν συνδέθηκε με το όνομα της τραγουδίστριας και χορεύτριας Πιπίτσας, ένα θηλυκό που ξετρέλανε όλον τον άρρενα πληθυσμό της πόλης μας, επειδή τραγουδούσε με πάθος και ξεγυμνώνονταν στο πάλκο. Η χαριτωμένη Πιπίτσα εμφανιζόταν άλλοτε με ανδρικά ρούχα και άλλοτε με γυναικεία, και χορεύοντας έριχνε πολλά από αυτά μέχρι να φανούν τα κάλλη της. Όλα αυτά ήταν πολύ προχωρημένα για εκείνη την εποχή, και τα νούμερά της έκαμναν τους θαμώνες να πίνουν πολύ κρασί για να συνέλθουν.
Η Πιπίτσα και οι άλλες χορεύτριες είχαν μετατρέψει το καφέ σαντάν σε καμπαρέ, αλλά λίγο πριν το 1930 η Πιπίτσα έφυγε και το καφέ σαντάν έκλεισε.
Η περίοδος του Μεσοπολέμου
Με την λήξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου η στρατιά της Ανατολής απεχώρησε, τα πορνεία έκλεισαν και τα κορίτσια γύρισαν στα μεγάλα αστικά κέντρα. Έμεινε όμως το μπουρδέλο στον Κύκλο, και ήταν το μοναδικό, επειδή ο κερχανάς είχε κλείσει πριν από πολλά χρόνια. Λίγο αργότερα στο ισόγειο του κτιρίου στεγάστηκε το καφέ σαντάν. Ο συνδυασμός καφέ σαντάν και πορνείου συγκέντρωνε μεγάλο αριθμό νεαρών κάθε βράδυ.
Τότε το ομορφότερο κορίτσι του μπουρδέλου ήταν κάποια Κική, που την θαύμαζαν όλοι οι νεαροί και όσοι δεν είχαν χρήματα να την επισκεφτούν τραγουδούσαν έξω στο δρόμο το τραγούδι: «Η Κική θέλει χορό / τα βιολιά δεν είναι εδώ / όποιος θέλει να την πάρει / με μια λίρα στην παλάμη». Αυτό το μπουρδέλο έκλεισε περίπου το 1930.
Αμέσως μετά λειτούργησε το μπουρδέλo της Μαντάμας Σταυρούλας σε ένα απόμερο μεγάλο σπίτι στη σημερινή οδό Γρεβενών. Το σπίτι αυτό ήταν μια μονοκατοικία πολυτελείας, με μεγάλη αυλή, και πάνω στο ύψωμα και κοντά στην Δημοτική Αγορά, σε σημείο κεντρικό και απόκεντρο, κατάλληλο για τέτοιες δουλειές. Η Μαντάμα Σταυρούλα πανέξυπνη επιχειρηματίας, κατόρθωσε να αυξήσει την πελατεία της, φέρνοντας νέα και ωραία κορίτσια, σε μια εποχή που η νεολαία είχε αστικοποιηθεί και είχε αποκτήσει νέες συνήθειες, και ο εμπορικός έρωτας είχε ανεπίσημα καθιερωθεί, απαραίτητος ώστε να αποκτήσουν σεξουαλική εμπειρία οι νεαροί πριν τον γάμο τους. Την περίοδο αυτή το πορνείο ζούσε την χρυσή του εποχή, που οι περισσότεροι το θεωρούσαν απαραίτητο, και ως μέσο σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, χωρίς όμως να υποστηρίζουν τις απόψεις τους δημόσια και φανερά.
Το 1932 το πορνείο της οδού Γρεβενών μεταφέρθηκε σε ένα απόμερο σπίτι της οδού Αφροδίτης, όπου η Μαντάμα Σταυρούλα και τα κορίτσια της, εργάστηκαν μερικά χρόνια, και το 1935 έχτισε το δικό της κτίριο κατάλληλα διαμορφωμένο για μπουρδέλο και ονομάστηκε «Έπαυλις Καλλιθέα». Στο ίδιο κτήριο πολύ αργότερα στεγάστηκε το Μπαρ Πεταλωτήριο. Ταυτόχρονα έγιναν «προαγωγές» στο παλιό μπουρδέλο και Μαντάμα σε αυτό έγινε η Μαρίκα μια γριά πόρνη. Έτσι μετά το 1935 υπήρχε το μπουρδέλο της Μαντάμας Μαρίκας μέτριας κατηγορίας, και το μπουρδέλο πολυτελείας η «Έπαυλις Καλλιθέα» της Μαντάμας Σταυρούλας. Και τα δυο μπουρδέλα ήταν στην οδό Αφροδίτης.
Αυτή την εποχή εμφανίστηκαν και οι Φλωρινιώτες «αγαπητικοί» ή «νταβατζήδες», που ήταν οι εραστές της Μαντάμας και έτρωγαν τα χρήματα της και δεν εργαζόταν ποτέ. Επίσης τα μπουρδέλα απέκτησαν και «υπηρέτριες» ή «τσατσάδες», που φρόντιζαν τα κορίτσια πλένοντας τα ρούχα τους, τα σεντόνια, άναβαν τις σόμπες κλπ.
Οι Μαντάμες παρόλο που ήταν ξένες είχαν εδραιωθεί στην πόλη μας και με τους ντόπιους αγαπητικούς τους περνούσαν θαυμάσια, δίχως να συμμετέχουν οι ίδιες στον εμπορικό έρωτα, όπως τα κορίτσια που εκμεταλλεύονταν.
Στα μέσα της δεκαετίες του 1930 όμως τα μπουρδέλα είχαν γίνει πληγή για την πόλη μας, επειδή πολλά κορίτσια είχαν προσβληθεί από αφροδίσια νοσήματα. Με την επέμβαση των γυναικολόγων ιατρών και της χωροφυλακής έδιωξαν πολλά κορίτσια, και άρχισαν οι θεραπείες όλων όσων είχαν προσβληθεί από κάποιο νόσημα. Έτσι ο κίνδυνος εξάπλωσης των αφροδισίων περιορίστηκε και τα μπουρδέλα διατήρησαν την πελατεία τους.
Την ίδια εποχή όμως άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στις ήσυχες γειτονιές κοντά στην οδό Αφροδίτης, επειδή πολλοί νεαροί και στρατιώτες μερικά βράδια καυγάδιζαν εξαιτίας της μέθης. Πολλές φορές οι φασαρίες σταματούσαν με την επέμβαση ολόκληρων διμοιριών του Φρουραρχείου Φλώρινας.
Παρόλα αυτά όμως υπήρχαν και ήσυχες βραδιές για όσους ήθελαν να γνωρίσουν τον έρωτα, έστω και εμπορικά. Και δεν ήταν λίγοι οι έφηβοι, που κατέληγαν στα πορνεία για την εμπειρία, την εμπειρία του έρωτα σε μια εποχή, που οι σχέσεις των νέων ήταν απαγορευμένες, τότε που οι κοπέλες δεν ξεμύτιζαν από το σπίτι, δίχως την επίβλεψη της μητέρας. Και όλα αυτά μέχρι την ημέρα του γάμου. Αντίθετα τα αγόρια ήταν ελεύθερα. Ρομαντική εποχή, όμορφη εποχή, που το μπουρδέλο είχε θέση στην κοινωνία, και ας κατακρίθηκε από πολλούς.
Β. Περίοδος (1940 μέχρι σήμερα)
Περίοδος B Παγκοσμίου Πολέμου
Ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος έφερε κρίση στα δυο Μπουρδέλα της πόλης μας.
Δεν λειτουργούσαν κανονικά, ούτε της Μαντάμας Σταυρούλας, αλλά ούτε και της Μαντάμας Μαρίκας. Άξιο λόγου είναι ότι η Μαρίκα αγόρασε την άδεια πορνείου από κάποιον Σπύρο που ήταν Φλωρινιώτης, άνθρωπος της νύχτας, κανταδόρος και γλεντζές, ο οποίος κατά την διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας είχε αξιωματικό τον Τσακτσήρα. Όταν αυτός έγινε Νομάρχης της Φλώρινας και συνάντησε τον Σπύρο Χάρηκε πολύ, και έκανε ένα ρουσφετάκι για αυτόν, που δεν ήταν τίποτε άλλο από την έκδοση μιας άδειας πορνείου. Ο Σπύρος όμως πούλησε την άδεια στην Μαρίκα, που ήταν μια γερασμένη πόρνη και έτσι λειτούργησε το δεύτερο Μπουρδέλο στην πόλη
μας.
O πόλεμος είχε αρχίσει και τα Μπουρδέλα είχαν σχεδόν κλείσει, επειδή όλοι είχαν τις δικές τους αγωνίες. Ούτε η Όρα η ωραία εβραία με τα ξανθιά μαλλιά προσήλκυε κανέναν, ούτε η Στέλλα ήταν στην επικαιρότητα, επειδή την είχε μαχαιρώσει ο αδελφός της και την τραυμάτισε, κοντά στο ποτάμι στην περιοχή του Φυτωρίου. Ακόμη και η Μαύρη Καλλονή, μια αφρικανή πόρνη από το παλιό Μπουρδέλο της οδού Γρεβενών, είχε ξεχαστεί. O πόλεμος είχε αλλάξει την Ζωή των κατοίκων της πόλης μας.
Κατά την περίοδο της Κατοχής λειτούργησαν τα Μπουρδέλα της οδού Αφροδίτης με λίγες πόρνες οι οποίες εργαζόταν για ένα κομμάτι ψωμί. Η φτώχια αλλά και η σοβαρότητα των γερμανών στρατιωτών είχαν ελαττώσει πολύ τις δουλειές τους. Οι γερμανοί στρατιώτες φέρθηκαν αξιοπρεπώς προς τις γυναίκες της πόλης μας, κάτι που
δεν έκαναν οι γάλλοι στρατιώτες στον πρώτο πόλεμο.
Το 1944 έφυγαν οι γερμανοί και τα Μπουρδέλα πήραν πάλι το προπολεμικό σκηνικό τους. οι νεαροί, που Ζούσαν πάλι την ελευθερία τους, συγκεντρωνόταν σε αυτά, και πολλές παρέες ξεσπούσαν σε φασαρίες. Καί τότε ίσχυε ο ίδιος νόμος για τους νεαρούς, όπως και προπολεμικά. Έπρεπε να είναι άνω των 18 ετών για να μπουν στο Μπουρδέλο. Οι πιο μικροί όμως κατάφερναν να μπαίνουν από το πίσω παράθυρο, κρυφά. Πολλοί νεαροί συνελήφθησαν από την πολιτοφυλακή των ανταρτών και δικάστηκαν από το λαϊκό δικαστήριο. Οι ποινές όμως μετατράπηκαν σε συμβουλές και κανείς νεαρός δεν καταδικάστηκε για παράνομη είσοδο και απρεπή συμπεριφορά στα πορνεία.
Την περίοδο του εμφυλίου πολέμου στην πόλη μας υπήρχε μεγάλος αριθμός στρατιωτών, γεγονός που αύξησε τον αριθμό των κοριτσιών που εργαζόταν στα δυο πορνεία. οι Μαντάμες φρόντιζαν να ανανεώνουν και να ενισχύουν την δύναμη των κοριτσιών, διαμέσου των κυκλωμάτων των μεγαλουπόλεων. Έτσι τα Μπουρδέλα είχαν γίνει στέκια των φαντάρων, όπου συνωστίζονταν κάθε βράδυ μετά την ταβέρνα, και η έξοδός τους τελείωνε με την «μπουρδελότσαρκα». Η μάγκικη αυτή λέξη τότε πέρασε στο φλωρινιώτικο λεξιλόγιο και σημαίνει: «περίπατος στα Πορνεία», αλλά για να δουν μόνο τις μισόγυμνες πόρνες και να φύγουν.
Παρόλο τον υγειονομικό έλεγχοι πολλά κορίτσια προσβλήθηκαν από αφροδίσια νοσήματα, γεγονός που ανάγκασε τις υγειονομικές υπηρεσίες να ελέγχουν τα κορίτσια κάθε εβδομάδα και να υποβάλλονται υποχρεωτικά σε κολπικές πλύσεις με αντισηπτικά και επαλείψεις με αλοιφές.
Εξαιτίας των φαρμάκων όλες οι πόρνες είχαν μια χαρακτηριστική μυρωδιά! που όχι μόνο δεν προσέλκυε τους πελάτες τους, αλλά απωθούσε και τους διαβάτες στον δρόμο. Τα κορίτσια του Πορνείου όταν δεν εργαζόταν έβγαιναν στο κέντρο της πόλης και ήταν σοβαρές και καλοντυμένες. Δεν ξεχώριζαν τις άλλες γυναίκες, αλλά οι ίδιες είχαν καθιερώσει την ψηλή γόβα, που το τακούνι τους ήταν περίπου δώδεκα εκατοστά, για να ξεχωρίζουν από τις άλλες, που τότε η μόδα ήθελε το τακούνι της γόβας από πέντε μέχρι οκτώ εκατοστά. Το ψηλό τακούνι παρέμεινε ως χαρακτηριστικό των κοριτσιών των πορνείων και τις επόμενες δυο δεκαετίες μετά τον πόλεμο. Στη συνέχεια όμως ο αριθμός των κοριτσιών ελαττώθηκε στα Μπουρδέλα της οδού Αφροδίτης, επειδή και αυτά πέρασαν στους ρυθμούς της ειρηνικής περιόδου.
Μεταπολεμική περίοδος
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 τα πορνεία λειτουργούσαν ακόμη με τον παλιό τρόπο ο οποίος ίσχυσε στην πόλη μας από την περίοδο του Α ‘ παγκοσμίου πολέμου. Δηλαδή ο τρόπος λειτουργίας με τις Μαντάμες, που ήταν οι Διευθύντριες των πορνείων, οι οποίες όμως δεν συμμετείχαν στον εμπορικό έρωτα, αλλά είχαν μόνιμους εραστές, τους «αγαπητικούς», όπως συνήθιζαν να λένε στην πόλης μας. Η έκφραση: «o αγαπητικός της Μαντάμας» σήμαινε ο εραστής, που δεν εργαζόταν ποτέ και ζούσε πλουσιοπάροχα από τα χρήματα της Μαντάμας. O «αγαπητικός» δεν ήταν ούτε πορνοβοσκός, ούτε προστάτης του πορνείου, ούτε ο νταβατζής με την σημερινή έννοια, ούτε ο Ζιγκολό. Ο αγαπητικός ήταν ένας ερωτιάρης «κηφήνας» μέσα στο μελίσσι του Μπουρδέλου, όπου τα κορίτσια δούλευαν σκληρά, αντί πενιχρού μισθού.
Από αυτή την εκμετάλλευση, έβγαινε πάντα κερδισμένη η Μαντάμα, η οποία ήταν αυστηρή και είχε κάτω από απόλυτο έλεγχο τα κορίτσια, τον αγαπητικό! αλλά και τους πελάτες. Κανένα κορίτσι δεν είχε το δικαίωμα από τον νόμο να δουλέψει μόνο του ή να ανοίξει πορνείο. Ούτε και η Ροζάνα, που ήταν το ωραιότερο κορίτσι του Μπουρδέλου της μαντάμας Σταυρούλας.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 όμως άλλαξε η νομοθεσία περί πορνείων και έδινε το δικαίωμα σε κάθε πόρνη να διατηρεί δικό της πορνείο. Με την αλλαγή της νομοθεσίας έκλεισαν τα δυο Μπουρδέλα της ιστορικής οδού Αφροδίτης, και οι Μαντάμες έφυγαν από την πόλη μας. Τα κορίτσια όμως έμειναν, αφού πια τα πορνεία ανήκαν στις πόρνες και όχι στις Μαντάμες. Τα νέα πορνεία στεγάστηκαν σε ένα μεγάλο και ένα μικρό σπίτι, σε μια ερημική περιοχή με αμπέλια, έξω από την πόλη, στον δρόμο προς το χωριό Πρώτη, κοντά στα δυο στρατόπεδα. Τα δυο αυτά σπίτια έδωσαν την συνθηματική ονομασία: «τα σπιτάκια». Στο μεγάλο σπίτι εργάστηκε για πολλά χρόνια η Δάφνη και άλλα κορίτσια, όπως η Σούλα, η Σώνια και άλλες, ενώ στο μικρό σπίτι εργαζόταν η Ρούλα.
Επίσης στα μέσα της δεκαετίας του 1950 λειτούργησε άλλο ένα πορνείο έξω από την πόλη στον δρόμο προς την Βίγλα. Σε αυτό εργαζόταν δυο πόρνες αλλά για μικρό χρονικό διάστημα, επειδή αυτό το πορνείο έκλεισε γρήγορα. Την ίδια εποχή εργάστηκε και η Ζωζώ σε ένα σπίτι στο ποτάμι, στην οδό Αφροδίτης. Η Ζωζώ που για άλλους ήταν Αθηναία και για άλλους Σαλονικιά, είχε ανατολίτικη διακόσμηση στο σπίτι της και εργάστηκε στην πόλη μας μέχρι το 1967. Επίσης, την ίδια περίοδοι λειτουργούσε και το σπίτι της Έλλης στο ποτάμι, μεταξύ Πλατείας Σχολείων και Δημοτικών Σχολείων. Το σπίτι αυτό, στο κέντρο της πόλης, είχε αναμμένη μια κόκκινη λάμπα κάθε βράδυ για να δηλώνει την ύπαρξή του.
Το 1950 περίπου εμφανίστηκε και η Γεωργία, πιο γνωστή με το όνομα Γκιούργια, που ήταν γυναίκα από την περιοχή μας, την οποία η Μαντάμα Σταυρούλα δεν κατάφερε να μαντρώσει στο Μπουρδέλο ούτε με την Αστυνομία. H γραφική Γκιούργια ντυνόταν, με τοπική ενδυμασία όλο τον χρόνο, εκτός τις ζεστές ημέρες του καλοκαιριού που φορούσε το ροζ τούλινο αυστραλέζικο φόρεμά της. Ως χώρο εργασίας είχε διαλέξει το Γιάζι. Κάθε βράδυ δεχόταν την πελατεία της στα καταφύγια, στα χαλάσματα και στο δασάκι. Η Γκιούργια ήταν αγαπητή από όλους, χάριν στον πρόσχαρο χαρακτήρα της.
το δρόμο περπατούσε κουνιστή και στριφογύριζε την τσάντα της ή την αλυσίδα με τα κλειδιά της, πάντα τραγουδώντας και πειράζοντας τους άνδρες. Συχνά φώναζε: «όλους σας μεγάλωσα» και είχε δίκιο. Στην δεκαετία του 1960 ήταν πασίγνωστη και στους γειτονικούς νομούς, και μάλιστα στους ποδοσφαιρικούς αγώνες, οι φίλαθλοι των άλλων ομάδων συνήθιζαν να φωνάζουν συνθήματα εναντίον των Φλωρινιωτών, όπως «απόγονοι της Γκιούργιας». Το 1968 εκκλησιαστικοί κύκλοι της απαγόρευσαν να εργάζεται στην πόλη μας, και αναγκάστηκε να φύγει στην Κρήτη, και αργότερα στην Αθήνα, όπου έκαμνε πεζοδρόμιο κοντά στην Ομόνοια ντυμένη πάντα με την τοπική της ενδυμασία. Στην Ομόνοια ήταν γνωστή με το όνομα Ελένη. Η Ελένη από την επαρχία.
Με την Μεταπολίτευση η Γκιούργια επέστρεψε στην πόλη μας, και πουλούσε λαχεία για να ζήσει, χωρίς να έχει χάσει το αυθόρμητο γέλιο της και το χιούμορ της. Έτσι πρόσχαρη έμεινε στις αναμνήσεις των Φλωρινιωτών, επειδή η ζωή της έμοιαζε πολύ με την ζωή της Ίλιας στην ταινία του Ζυλ Ντασέν, «Ποτέ την Κυριακή» όπου πρωταγωνιστούσε η Μελίνα Μερκούρη.
Στα χρόνια της Δικτατορίας, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι κατάφεραν να κλείσουν τα σπιτάκια έξω από την πόλη, αλλά και αυτά εντός της πόλης, και κάθε φορά που εμφανιζόταν κάποια πόρνη για εργασία είχε να αντιμετωπίσει ισχυρούς παράγοντες, παρόλο που υπήρχαν κάποιες αντιδράσεις. Τότε ήρθε στην πόλη μας η Λίζα, ένα κορίτσι από την Πλατεία Βάθης, με περίσσια κάλλη, που η φήμη της έφτασε μέχρι τα χωριά της περιοχής. H Λίζα εργάστηκε μερικούς μήνες σε ένα σπίτι στην οδό Αφροδίτης, και απεχώρησε εξαιτίας των πιέσεων που δέχτηκε από τους εκκλησιαστικούς παράγοντες.
Αυτό ήταν και το τελευταίο πορνείο που άφησε αναμνήσεις, επειδή μετά το 1970, όσες πόρνες ήρθαν για εργασία δεν στέριωναν στην πόλη μας.
Τα Ξενοδοχεία
Εκτός τα πορνεία, υπήρχαν και μερικά Ξενοδοχεία, που είχαν κοινές γυναίκες, οι οποίες έμεναν σε αυτά και δεχόταν εκεί τους πελάτες τους. Οι πόρνες των Ξενοδοχείων ήταν για όσους, λόγο κοινωνικής θέσης, δεν μπορούσαν να επισκεφτούν τα Μπουρδέλα. Ο σύνδεσμος της πόρνης και του πελάτη ήταν κάποιος από το προσωπικό του ξενοδοχείου, που φρόντιζε κρυφά να περάσει τον πελάτη στο ερωτικό δωμάτιο και να διαφυλάξει την ανωνυμία του. Οι πόρνες των ξενοδοχείων ήταν καλοπληρωμένες πόρνες, ωραιότερες από αυτές των πορνείων, και πελάτες τους οι σοβαροί κύριοι οι οποίοι για κάποιους λόγους, αναζητούσαν ερωτικό σύντροφο με πληρωμή. Τέτοια Ξενοδοχεία ήταν το «Διεθνές», που από την περίοδο του Μεσοπολέμου και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950, φιλοξενούσε πόρνες πολυτελείας, καθώς και το Ξενοδοχείο «Ομόνοια», το οποίο έκλεισε στο τέλος της δεκαετίας του 1960.
Οι αδήλωτες
Ταυτόχρονα με την ύπαρξη των Πορνείων και ορισμένων ξενοδοχείων, όπου οι πόρνες ήταν δηλωμένες στην Αστυνομία και ελεγχόταν από την Υγειονομική υπηρεσία, υπήρχαν πάντα κάποιες γυναίκες, που είτε από φτώχια είτε από άλλους παράγοντες εξασκούσαν αυτό το επάγγελμα κρυφά και με συγκεκριμένους πελάτες. Αυτές οι αδήλωτες γυναίκες, που άλλες φορές στα βρώμικα δωμάτια των πανδοχείων και άλλες φορές στα σπίτια τους δεχόταν τους πελάτες τους, ποτέ δεν δήλωναν πόρνες, αλλά πάντα ερωμένες. Η αμοιβή τους όμως ήταν προκαθορισμένη, και βασικός σκοπός τους.
Οι αδήλωτες γυναίκες δεν ήταν πολλές. Πολλές όμως είναι οι ιστορίες που ακούστηκαν κατά καιρούς, σχετικά με το πως έτρωγαν τα χρήματα των γερασμένων πελατών τους και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις κατάφερναν να αποσπάσουν όλες τις οικονομίες των γέρων, σε μια εποχή, που δεν υπήρχαν συντάξεις. Ακόμη και οικογένειες διαλύθηκαν και ξεμωραμένοι γέροι έσπασαν τα δεσμά του γάμου τους, και φυσικά κατέθεσαν όλες τις οικονομίες τους στις καλοφτιαγμένες αυτές αδήλωτες γυναίκες.
Mε την πάροδο όμως του χρόνου και με την αλλαγή του τρόπου ζωής, ο εμπορικός έρωτας αυτού του τύπου εξαφανίστηκε επειδή σε μια ανοιχτή κοινωνία οι σχέσεις των ανθρώπων είναι πιο ελεύθερες.
Η παρακμή των Πορνείων
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 τα Πορνεία της πόλης μας πέρασαν κρίση, και αναγκάστηκαν να κλείσουν και από τότε δεν ξανάνοιξαν. Φαινομενικά ο ισχυρότερος παράγοντας πίεσης για να κλείσουν τα Πορνεία ήταν ο Μητροπολίτης Αυγουστίνος, ο οποίος για το θέμα αυτό ήρθε σε σύγκρουση με τις πολιτικές αρχές, οι οποίες ήθελαν να μείνουν τα Πορνεία, επειδή στην πόλη μας υπήρχε μεγάλος αριθμός στρατιωτών. Οι αγώνες του Μητροπολίτη όμως δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας της εξάλειψης του εμπορικού έρωτα, καθώς η κακή εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων είχε ως συνέπεια ο στρατός να μεταφερθεί στα ανατολικά σύνορα, με αποτέλεσμα να εκλείψει ένας μεγάλος αριθμός πελατών των Πορνείων. Ο κυριότερος παράγοντας όμως ήταν η «Σεξουαλική επανάσταση των νέων» που άρχισε στην Αμερική και την Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Το κίνημα αυτό των νέων, άλλαξε τα ήθη και τα έθιμα, χτύπησε τον συντηρητισμό, και επέβαλε, ως μοντέρνοι τις ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ των νέων, χωρίς περιορισμούς και φραγμούς. Το κίνημα των νέων άρχισε από τα Πανεπιστήμια και πέρασε και στα Γυμνάσια, αλλάζοντας έτσι την νοοτροπία και σε μικρότερες ηλικίες. Στην Ελλάδα η σεξουαλική επανάσταση φάνηκε μετά την Μεταπολίτευση του 1974, και στο τέλος της δεκαετίας του 1970 είχε γίνει τρόπος ζωής. Η ελευθερία που πήγαζε από την Δημοκρατία, καθώς και τα μηνύματα των ελεύθερων σχέσεων των νέων, έγιναν αισθητά και στην πόλη μας, καθώς και στα χωριά της περιοχής. Οι σεξουαλικές σχέσεις για τους περισσότερους άρχιζαν στην εφηβία, γεγονός που έφερε σε σύγκρουση τους νέους με τους συντηρητικούς γονείς τους.
Τίποτε όμως δεν σταμάτησε την ροή των νέων στην αλλαγή της συντηρητικής νοοτροπίας, μέχρι που οι γεροντότεροι κατέληξαν στην φράση: «έτσι είναι οι νέοι τώρα» που δήλωνε την αποδοχή του νέου τρόπου ζωής των νέων σε σχέση με την παραδοσιακή ηθική. Η σεξουαλική επανάσταση Χάθηκε άδοξα με την εμφάνιση του AIDS.
Οι τρεις παραπάνω παράγοντες ήταν αυτοί που έφεραν το τέλος των Πορνείων, με αποτέλεσμα να σβήσουν οι κόκκινες λάμπες των απόμερων σπιτιών τις άκρες της πόλης μας.
Η σημερινή κατάσταση
Αv τα παραδοσιακά Πορνεία έκλεισαν, η πορνεία ζει και βασιλεύει και μάλιστα πολύ πιο οργανωμένα σήμερα από κάθε άλλη φορά. Τα διάφορα κυκλώματα, που κερδίζουν από τον εμπορικό έρωτα φροντίζουν, ώστε να υπάρχουν και στην πόλης μας αλλοδαπές καλλονές, τις οποίες μπορεί κανείς να τις νοικιάσει ακόμη και με την ώρα. Στέκια όλων αυτών των γυναικών είναι ορισμένα νυχτερινά κέντρα, όπου οι πελάτες με ένα ποτό διαπραγματεύονται την γυναίκα που ποθούν. Η συνέχεια εξελίσσεται στο αυτοκίνητο ή σε κάποιο δωμάτιο Ξενοδοχείου.
————
Το ανωτέρω κείμενο έχει δημοσιευτεί και στα Τεύχη 29 και 32 του περιοδικού «Εταιρία» σε δύο μέρη.


