Γράφει ο Δημήτρης Μεκάσης |

Τα δάση γύρω από την Φλώρινα πάντα έδιναν καύσιμη ύλη για τον χειμώνα. Οι οξιές και οι βελανιδιές καίγονταν στις σόμπες και ζέσταιναν τους κατοίκους της πόλης, ώστε οι παγεροί χειμώνες να περνάν όσο το δυνατόν περισσότερο ανώδυνα.

Τότε υπήρχαν μόνο σόμπες για καυσόξυλα. Οι σημερινές ανέσεις με τους καυστήρες πετρελαίου ή ξύλων των κεντρικών θερμάνσεων δεν υπήρχαν. Τότε κάθε νοικοκύρης προετοιμαζόταν για τον χειμώνα από τις αρχές του καλοκαιριού. Αγόραζε τα ξύλα, όσα μπορούσε να αγοράσει και να αποθηκεύσει και τα αράδιαζε σε ένα υπόστεγο για να στεγνώσουν καλά. Όσοι δεν είχαν χώρο, αγόραζαν από τους χωρικούς κάθε Τετάρτη και Σάββατο μερικά φορτιά ξύλα. Το φορτιό ήταν το φόρτωμα των καυσοξύλων ενός αλόγου.

Τα ξύλα όμως έπρεπε να κοπούν για να χωρούν στην σόμπα. Παλιά τα έκοβαν οι ξυλοκόποι με τα τσεκούρια. Η τεχνολογία όμως εφεύρε τις μηχανές. Κάποιοι γύριζαν στους δρόμους και έκοβαν ξύλα με μηχανές. Στην αρχή με πριονοδίσκους, και αργότερα με πριονοκορδέλες. Αν όμως τα ξύλα ήταν χοντρά και δεν χωρούσαν στις σόμπες, έπρεπε να τα σχίσει με το τσεκούρι ο ξυλοκόπος.

Οι ξυλοκόποι ήταν αρκετοί, που με το τσεκούρι κρεμασμένο στον βραχίονά τους τριγυρνούσαν στην πόλη όλο τον χρόνο για να εντοπίσουν κάποιες στοίβες με ξύλα. Παζάρευαν την τιμή με τον νοικοκύρη και άρχιζαν την δουλειά. Κάτω τοποθετούσαν ένα χοντρό κούτσουρο και πάνω σε αυτό το ξύλο που έπρεπε να σχίσουν. Έδιναν μια με το τσεκούρι και το ξύλο σχιζόταν στα δυο. Τα χλωρά αυτά ξύλα σχίζονταν εύκολα σε σχέση με τα ξερά. Τόνους από καυσόξυλα έσχιζαν οι ξυλοκόποι, και κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες. Τα χέρια τους γέμιζαν ρόζους από το στυλιάρι του τσεκουριού. Ο ιδρώτας έλουζε όλο το κορμί τους. Δουλειά κάτω από τον ζεστό ήλιο του καλοκαιριού. Η νοικοκυρά που και που έφερνε κρύο νερό, αλλά και κανέναν καφέ για το ξυλοκόπο. Για να πάρει δυνάμεις και να συνεχίσει το σχίσιμο των ξύλων. Βασανιστική η δουλεία των ξυλοκόπων. Και όταν τελείωναν πληρώνονταν ανάλογα με τους τόνους ξύλα που είχαν σχίσει και έφευγαν για ξεκούραση. Την επόμενη ημέρα ήταν πάλι στους δρόμους για να βρουν ξύλα έξω από κάποιο σπίτι, να παζαρέψουν τιμή και να αρχίσουν το επίπονο έργο τους.

Οι ξυλοκόποι ήταν αρκετοί στην Φλώρινα. Τελευταίος ήταν ο Κόλες από το χωριό Ατραπός. Το καλοκαίρι, του 1998, φωτογράφιζα κάποια παλιά σπίτια. Εκεί κοντά ο Κόλες έσχιζε ξύλα καταϊδρωμένος. Μόλις με είδε φώναξε: «Φωτογράφε βγάλε με μια φωτογραφία και να με βάλεις στην εφημερίδα». Φόρεσε ένα παλιό στρατιωτικό πουκάμισο, έβαλε το τσεκούρι στον βραχίονά του, χαμογέλασε και «τσακ» η φωτογραφία βγήκε. Ο Κόλες ήταν πανευτυχής. Ήταν ο τελευταίος ξυλοκόπος της Φλώρινας.

Τα καυσόξυλα συνεχίζουν να είναι η καύσιμη ύλη τον χειμώνα στην Φλώρινα. Όμως το σχίσιμο των ξύλων γίνεται από μηχανήματα στις μάντρες καυσόξυλων. Τα τσεκούρια δεν χρησιμοποιούνται πια. Οι ξυλοκόποι σαν τον Κόλε ανήκουν στο παρελθόν.

Φωτογραφία Δημήτρη Μεκάση: Ο Κόλες ο ξυλοκόπος, Φλώρινα 1998

Διαβάστε επίσης